Showing posts with label politics/πολιτική. Show all posts
Showing posts with label politics/πολιτική. Show all posts

Tuesday, 23 September 2025

Giorgio Agamben: Πού βρισκόμαστε;



Στην κόλαση. Κάθε συζήτηση που δεν ξεκινά από αυτή την παραδοχή είναι απλά αβάσιμη. Οι κύκλοι στους οποίους βρισκόμαστε δεν είναι διατεταγμένοι κάθετα, αλλά διάσπαρτοι στον κόσμο. Όπου οι άνθρωποι συναγελάζονται, δημιουργούν κόλαση. Οι κύκλοι και τα βάραθρα είναι παντού γύρω μας, και αναγνωρίζουμε, όπως στα Caprichos του Γκόγια, τα τέρατα και τους διαβόλους που τα διαφεντεύουν.
Τι μπορούμε να κάνουμε σε αυτή την κόλαση; Όχι τόσο ή όχι μόνο, όπως έλεγε ο Italo, να φυλάξουμε ένα κομμάτι του καλού, αυτό που στην κόλαση δεν είναι κόλαση. Επειδή και αυτό έχει μολυνθεί, εν όλω ή εν μέρει – σε κάθε περίπτωση no te escaparas. Καλύτερα σταμάτα, σιώπησε, παρατήρησε και, την κατάλληλη στιγμή, μίλα, σπάσε το παραπέτασμα των ψεμάτων πάνω στο οποίο στηρίζεται η κόλαση. Γιατί η ίδια η κόλαση είναι ένα ψέμα, το ψέμα του ψεύδους που εμποδίζει το πέρασμα προς το μη-κολασμένο, προς το χαρούμενο, απλό, άναρχο υπάρχον. Προς την άγνωστη επικράτεια που η κόλαση σκεπάζει κάθε φορά με το κράτος της, σαν να μην υπήρχε άλλη δυνατότητα έξω από τα βάραθρα και τους κύκλους στους οποίους σε έχουν ήδη αναγκαστικά εγγράψει. Γίνε εσύ το σημείο, το κατώφλι, το απροσπέλαστο από το κράτος, όπου αναδύεται το δυνατό, η μόνη αληθινή πραγματικότητα. Η σκέψη δεν συνίσταται στο να πραγματοποιήσεις το δυνατό, όπως σε προσκαλούν να κάνεις οι δαίμονες, αλλά στο να κάνεις δυνατό το πραγματικό, στο να βρεις μια διέξοδο από το αναπόδραστο των γεγονότων που η κυρίαρχη ιδεολογία προσπαθεί να επιβάλει σε κάθε σφαίρα – και πρώτα απ' όλα στην πολιτική. 

Giorgio Agamben, Dove siamo?

15 Σεπτεμβρίου 2025
Quodlibet





Wednesday, 26 February 2025

REX INUTILIS

 

Τον τελευταίο καιρό με τρώει το χέρι μου να καταπιαστώ με μια αρχαιολογία του κυβερνητικού επιχειρήματος περί πολιτικής ή άλλης ευθύνης, το οποίο μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: "Μπορώ να έχω κάνει και τα δύο: και να έχω κάνει αυτό που έχω κάνει, και να μην το έχω κάνει. Αν δεν το έχω κάνει, τότε αυτό που έχω κάνει δεν είναι καμωμένο. Εφ' όσον αυτό που έχω κάνει δεν είναι καμωμένο, έχω κάνει το μη-καμωμένο. Συνεπώς κάθε καταλογισμός υπαιτιότητας είτε για το τι έχω κάνει είτε για το τι δεν έχω κάνει εξυπηρετεί την τοξικότητα των άκρων και ανοίγει τον δρόμο στην αποσταθεροποίηση».
Λέει ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά»:
"Ἐπεὶ δὲ πολιτεία μὲν καὶ πολίτευμα σημαίνει ταὐτόν, πολίτευμα δ᾿ ἐστὶ τὸ κύριον τῶν πόλεων, ἀνάγκη δ᾿ εἶναι κύριον ἢ ἕνα ἢ ὀλίγους ἢ τοὺς πολλούς. "

Κάνοντας τη διαπίστωση ότι, στην τρέχουσα ελληνική πραγματικότητα, η προστασία του πολιτεύματος, δηλαδή η εν τοις πράγμασι εφαρμογή του Συντάγματος, επαφίεται στην ερμηνευτική (ενδεχομένως και καζουιστική) δεινότητα και κυριαρχία του ενός (ή και των ολίγιστων) έναντι των πολλών, δεν μπορώ παρά να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η περίφημη «αποσταθεροποίηση», όπως επισείεται ως φόβητρο σε ένα κρεσέντο δημιουργικής ασάφειας από κυβερνητικά χείλη, μπορεί να αφορά ταυτόχρονα την υφιστάμενη διακυβέρνηση και την ισχύουσα συνταγματική τάξη, δηλαδή το ίδιο το πολίτευμα. Πώς όμως μπορεί ο νόμος, ως εντολή του ενός, να μεταφραστεί σε εκτέλεση των πολλών σε σχέση με αυτόν; Αυτή η διπολικότητα μεταξύ νομιμότητας και νομιμοποίησης της εξουσίας του ενός, αλλά και η αμφισβήτησή της, θα μπορούσε να μας πάει μακριά, στα αειθαλή χωράφια της πολιτικής θεολογίας, από τον Θωμά Ακινάτη και τον Ιερό Αυγουστίνο μέχρι τον Μάξιμο Ομολογητή, από τον Ernst Kantorowicz και τα «Δύο σώματα του Βασιλιά» μέχρι τον Carl Schmitt. Και όπως παρατήρησε πρόσφατα ο αγαπημένος μου Giorgio Agamben: «Η πρωτοκαθεδρία της κυβέρνησης έναντι του βασιλείου και της διοίκησης έναντι του συντάγματος που βιώνουμε σήμερα δεν είναι στην πραγματικότητα χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της Δύσης. Έφτασε στην πρώτη και ριζική διατύπωσή της με την επεξεργασία του δόγματος του rex inutilis τον 13ο αιώνα. Με βάση αυτές τις επεξεργασίες, το 1245, ο Πάπας Ιννοκέντιος Δ΄, κατόπιν αιτήματος του πορτογαλικού κλήρου και της αριστοκρατίας, εξέδωσε το διάταγμα Grandi non immerito, με το οποίο απέπεμψε τον βασιλιά Σάντσο Β΄ από τη διακυβέρνηση του βασιλείου της Καστίλης και Λεόν, το οποίο είχε αποδειχθεί ανίκανος να κυβερνήσει, αναθέτοντας στον αδελφό του Αλφόνσο της Βουλώνης την cura et administratio generalis και αφήνοντας, ωστόσο, στον Σάντσο τη βασιλική του αξιοπρέπεια. Η διττή δομή της κυβερνητικής μηχανής εμπεριέχει τη δυνατότητα να αμφισβητηθεί η διπολικότητα στην οποία αρθρώνεται, εάν πάψει να είναι λειτουργική για το σύστημα». Ες αύριον λοιπόν τα σπουδαία….

Sunday, 22 December 2024

Giorgio Agamben: Λαοί που έχουν χάσει τη γλώσσα τους



Τι συμβαίνει με τους Ευρωπαίους σήμερα; Αυτό που σήμερα δεν μπορούμε να χάσουμε από τα μάτια μας είναι το θέαμα της απώλειας και της λήθης της γλώσσας μέσα στην οποία κατοίκησαν άλλοτε. Ο τρόπος αυτής της σύγχυσης ποικίλλει για κάθε λαό: οι Αγγλοσάξονες έχουν ήδη ολοκληρώσει τη διαδρομή προς μια γλώσσα καθαρά εργαλειακή και αντικειμενοποιητική –basic English, στην οποία μπορεί κανείς μόνο να ανταλλάξει μηνύματα που μοιάζουν όλο και πιο πολύ με αλγόριθμους– και οι Γερμανοί φαίνεται να πορεύονται στον ίδιο δρόμο· οι Γάλλοι, παρά τη λατρεία τους για την εθνική τους γλώσσα, αν όχι εξαιτίας της, έχασαν τη σχεδόν κανονιστική σχέση που συνέδεε τον προφορικό λόγο με τη γραμματική· οι Ιταλοί, εκείνη την πανούργα και τόσο βολική για αυτούς διγλωσσία, που ήταν και ο πλούτος τους, η οποία πλέον μεταμορφώνεται παντού σε μια άνευ νοήματος ιδιόλεκτο. Και, αν οι Εβραίοι ανήκουν στην ευρωπαϊκή κουλτούρα, ή τουλάχιστον αποτελούσαν μέρος της, καλό είναι να θυμόμαστε τα λόγια του Scholem με αφορμή την εκκοσμίκευση που επιχείρησε ο Σιωνισμός μετατρέποντας μια ιερή γλώσσα σε εθνική γλώσσα: «Ζούμε εντός της γλώσσας μας σαν τυφλοί που περπατούν στο χείλος μιας αβύσσου... Αυτή η γλώσσα κυοφορεί καταστροφές... θα έρθει η μέρα που θα στραφεί εναντίον αυτών που τη μιλούν».

Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι η απώλεια της ποιητικής σχέσης με τη γλώσσα και η αντικατάστασή της με μια εργαλειακή σχέση στην οποία εκείνος που πιστεύει ότι χρησιμοποιεί τη γλώσσα, στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται από αυτήν δίχως καν να το συνειδητοποιεί. Και δεδομένου ότι η γλώσσα είναι η ίδια η μορφή της ανθρωπογένεσης, της ανθρωποποίησης του ζωντανού homo, αυτό που φαίνεται να απειλείται σήμερα είναι η ίδια η ανθρωπιά του ανθρώπου. 
Καθοριστικής σημασίας, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι όσο περισσότερο ένας λαός χάνεται μέσα στην ίδια του τη γλώσσα, με το να του γίνεται κατά κάποιον τρόπο είτε ξένη είτε υπερβολικά οικεία, τόσο λιγότερο είναι δυνατό να σκέφτεται σε αυτή τη γλώσσα. Γι' αυτό σήμερα βλέπουμε τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών λαών, που έχουν γίνει ανίκανες να σκεφτούν, να φυλακίζονται σε ένα ψέμα που δεν μπορούν να το κατανοήσουν ως τέτοιο. Ένα ψέμα που ο ψεύτης δεν το συνειδητοποιεί είναι στην πραγματικότητα απλώς μια αδυναμία του σκέπτεσθαι, η αδυναμία να διακόψει κανείς τουλάχιστον για μια στιγμή την καθαρά εργαλειακή σχέση με τον λόγο του. Και αν οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να σκέφτονται στη γλώσσα τους, δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν αισθάνονται υποχρεωμένοι να υποκαταστήσουν τη σκέψη τους με την τεχνητή νοημοσύνη.

Είναι αυτονόητο ότι αυτό το χάσιμο των λαών μέσα στη γλώσσα που ήταν η ζωτική τους κατοικία έχει πάνω από όλα πολιτική σημασία. Η Ευρώπη δεν θα βγει από το αδιέξοδο στο οποίο εγκλωβίζεται αν δεν ξαναβρεί πρωτίστως μια ποιητική και αναστοχαστική σχέση με τον λόγο της. Μόνο με αυτό το τίμημα θα καταστεί τελικά δυνατή μια ευρωπαϊκή πολιτική –που σήμερα δεν υπάρχει.


Giorgio Agamben, Popoli che hanno perduto la lingua
 11 Οκτωβρίου 2024
Quodlibet

Thursday, 1 February 2024

Giorgio Agamben: Θέατρο και πολιτική


Είναι τουλάχιστον μοναδικό φαινόμενο, όχι λιγότερο αναπάντεχο παρά ανησυχητικό, που δεν αναρωτιόμαστε για το γεγονός ότι στην εποχή μας ο ρόλος του πολιτικού ηγέτη αναλαμβάνεται ολοένα και πιο συχνά από ηθοποιούς: αυτή είναι η περίπτωση του Ζελένσκι στην Ουκρανία, αλλά το ίδιο είχε συμβεί στην Ιταλία με τον Μπέμπε Γκρίλο («φαιά εξοχότητα» του Κινήματος των 5 Αστέρων) και παλιότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες με τον Ρήγκαν. Είναι ασφαλώς δυνατό να δούμε σε αυτό το φαινόμενο στοιχεία της παρακμής της φιγούρας του επαγγελματία πολιτικού και της αυξανόμενης επιρροής των μέσων ενημέρωσης και της προπαγάνδας σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο σε κάθε περίπτωση ότι αυτό που συμβαίνει συνεπάγεται έναν μετασχηματισμό της σχέσης ανάμεσα στην πολιτική και την αλήθεια που πρέπει να γίνει αντικείμενο αναστοχασμού. Το ότι η πολιτική είχε να κάνει με ψέματα είναι, στην πραγματικότητα, προφανές·  αλλά αυτό σήμαινε απλώς ότι ο πολιτικός, για να πετύχει στόχους που πίστευε ότι ήταν αληθινοί κατά την άποψή του, μπορούσε να πει ψέματα χωρίς πάρα πολλούς ενδοιασμούς. 

Αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας είναι κάτι διαφορετικό: δεν χρησιμοποιείται πλέον το ψέμα για πολιτικούς σκοπούς, αλλά, αντίθετα, τα ψέματα έχουν γίνει από μόνα τους σκοπός της πολιτικής. Δηλαδή η πολιτική είναι καθαρά και απλά η κοινωνική άρθρωση του ψεύδους. Είναι λοιπόν κατανοητό γιατί ο ηθοποιός έχει γίνει σήμερα αναγκαστικά το πρότυπο του πολιτικού ηγέτη. Σύμφωνα με ένα παράδοξο που μας έχει γίνει οικείο από τον Ντιντερό μέχρι τον Μπρεχτ, ο καλός ηθοποιός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτός που ταυτίζεται με πάθος με τον ρόλο του, αλλά αυτός που διατηρώντας την ψυχραιμία του τον κρατά, θα λέγαμε, σε απόσταση: δείχνει όλο και πιο αληθινός όσο λιγότερο κρύβει το ψέμα του. Η θεατρική σκηνή είναι, δηλαδή, ο τόπος ενός εγχειρήματος πάνω στην αλήθεια και το ψέμα, όπου η αλήθεια παράγεται εκθέτοντας το ψέμα. Η αυλαία ανεβαίνει και πέφτει ακριβώς για να υπενθυμίσει στους θεατές τη μη πραγματικότητα αυτού που βλέπουν. 

Αυτό που καθορίζει την πολιτική σήμερα –η οποία έχει γίνει, όπως ειπώθηκε, η ακραία μορφή του θεάματος– είναι μια άνευ προηγουμένου αντιστροφή της θεατρικής σχέσης αλήθειας και ψεύδους, που στοχεύει να παραγάγει το ψέμα μέσα από μια συγκεκριμένη επενέργεια πάνω στην αλήθεια. Η αλήθεια, όπως μπορέσαμε να δούμε τα τελευταία τρία χρόνια, στην πραγματικότητα δεν κρύβεται και πράγματι παραμένει εύκολα προσβάσιμη σε όποιον θέλει να τη μάθει· αλλά αν προηγουμένως –και όχι μόνο στο θέατρο– η αλήθεια παραγόταν μέσω της επίδειξης και της αποκάλυψης του ψεύδους (veritas patefacit se ipsam et falsum), τώρα αντ’ αυτού το ψέμα παράγεται, θα λέγαμε, με την έκθεση και την αποκάλυψη της αλήθειας (εξ ου και η αποφασιστική σημασία της συζήτησης για τα fake news). Αν το ψέμα ήταν κάποτε μια στιγμή στην κίνηση της αλήθειας, τώρα η αλήθεια ισχύει μόνο ως στιγμή στην κίνηση του ψεύδους. 

Σε αυτή την κατάσταση ο ηθοποιός βρίσκεται, θα λέγαμε, στο σπίτι του, ακόμα κι αν, σε σύγκριση με το παράδοξο του Ντιντερό, πρέπει με κάποιο τρόπο να αναδιπλασιαστεί. Καμία αυλαία δεν χωρίζει πλέον τη σκηνή από την πραγματικότητα, η οποία –σύμφωνα με μια πρακτική με την οποία μας έχουν συνηθίσει οι σύγχρονοι σκηνοθέτες– υποχρεώνει τους θεατές να συμμετέχουν στη σκηνική πράξη: γίνονται οι ίδιοι θέατρο. Αν ο ηθοποιός Ζελένσκι είναι τόσο πειστικός ως πολιτικός ηγέτης, είναι ακριβώς επειδή καταφέρνει πάντα και παντού να λέει ψέματα χωρίς να κρύβει ποτέ την αλήθεια, σαν αυτή να μην είναι άλλο παρά ένα αναπόφευκτο μέρος της υποκριτικής του. Ο ίδιος –όπως και η πλειονότητα των ηγετών των χωρών του ΝΑΤΟ– δεν αρνείται το γεγονός ότι οι Ρώσοι έχουν κατακτήσει και προσαρτήσει το 20% του ουκρανικού εδάφους (το οποίο, εξάλλου, έχει εγκαταλειφθεί από περισσότερους από δώδεκα εκατομμύρια κατοίκους του) ούτε ότι η αντεπίθεσή του απέτυχε εντελώς. Ούτε το γεγονός ότι, σε μια κατάσταση όπου η επιβίωση της χώρας του εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την ξένη χρηματοδότηση που μπορεί να σταματήσει ανά πάσα στιγμή, ούτε ο ίδιος ούτε η Ουκρανία έχουν καμία πραγματική δυνατότητα μπροστά τους. Αυτός είναι ο λόγος που, ως ηθοποιός, ο Ζελένσκι προέρχεται από την κωμωδία. Σε αντίθεση με τον τραγικό ήρωα, ο οποίος πρέπει να υποκύψει στην πραγματικότητα των γεγονότων που δεν γνώριζε ή πίστευε ότι δεν ήταν αληθινά, ο κωμικός χαρακτήρας μάς κάνει να γελάμε γιατί δεν παύει ποτέ να επιδεικνύει την ανεδαφικότητα και το παράλογο των πράξεών του. Η Ουκρανία, που κάποτε ονομαζόταν Μικρή Ρωσία, δεν είναι, ωστόσο, μια κωμική σκηνή και η κωμωδία του Ζελένσκι τελικά θα μετατραπεί απλώς σε μια πικρή, πολύ πραγματική τραγωδία. 

Giorgio Agamben, Teatro e politica
19 .01. 2024
Quodlibet 

Giorgio Agamben: Η πολιτική συνείδηση σήμερα


Τι ορίζει την πολιτική συνείδηση σήμερα; Μία εύστροφη σύζευξη απάρνησης και ελπίδας. Όταν ο Θεός του τον διατάζει να θυσιάσει τον Ισαάκ στο όρος Μορία, ο Αβραάμ απαρνιέται ανεπιφύλακτα τον γιο του και όμως —όπως τουλάχιστον προτείνει ο Κίρκεγκωρ στο "Φόβος και Τρόμος"— κάπου στην καρδιά του συνεχίζει να πιστεύει (η πίστη, ως γνωστόν, δεν είναι παρά μια μορφή ελπίδας) ότι ο Θεός δεν θα του πάρει τον Ισαάκ, παρόλο που τον απαρνήθηκε διά παντός. Έτσι, στην ακραία κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, ένα διαυγές μυαλό δεν μπορεί παρά να αφήσει στην άκρη έργα, σχέδια ακόμα και την ιδέα μιας πιθανής ευτυχισμένης πολιτικής κοινότητας μεταξύ των ανθρώπων, και ωστόσο, τη στιγμή ακριβώς που την έχει απαρνηθεί, πρέπει ακράδαντα να ελπίζει σε αυτό που χρειάστηκε να ξεγράψει.
Απάρνηση και ελπίδα, ιδέα και απογοήτευση, ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα γίνονται ένα και το αυτό πρόσωπο, αντιφάσκουν και επαληθεύουν ο ένας τον άλλον. Μόνο μια ελπίδα, η οποία, απαλλαγμένη από τις απατηλές βεβαιότητες των δογμάτων και των ιδεολογιών, των εκκλησιών και των κομμάτων, στρέφεται με όλη της τη δύναμη προς αυτό που μόλις κήρυξε αδύνατο, θα μπορέσει να σπάσει την πολιορκία των γεγονότων και, χτυπώντας την κυριαρχία στα πιο αδύνατα σημεία της, να καταλήξει στην επανάκτηση του απροσδόκητου. Και όπως μέσα στην πόλη και στη δημόσια σφαίρα, έτσι και μέσα στο σύθαμπο της ιδιωτικής ύπαρξης, είναι δυνατό να πιστεύουμε και να ελπίζουμε μόνο σε αυτή την ευτυχία που μπορέσαμε να απαρνηθούμε.


Giorgio Agamben, La coscienza politica, oggi,
10.10.2023

Quodlibet

Sunday, 10 June 2018

ΔΗΛΩΣΗ ΝΟΜΙΜΟΦΡΟΣΥΝΗΣ, ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ, ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ



«Ο Θεός να μας φυλάξει να μην περάσουν ποτέ είκοσι χρόνια  χωρίς μια τέτοια εξέγερση» 
Τζέφερσον
(χαιρετίζοντας με ενθουσιασμό την εξέγερση του Σέι στη Μασαχουσέτη, που έγινε λίγα χρόνια μετά την νίκη της αμερικάνικης επανάστασης)


Η άδεια είναι, σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, δικαίωμα του Δημήτρη Κουφοντίνα. Η εισαγγελία του Αρείου Πάγου προχώρησε στη δίωξη των δύο εισαγγελέων οι οποίοι ενεργώντας σύμφωνα με το νόμο έδωσαν τις δύο προηγούμενες άδειες: ουσιαστικά επαναφέρει ως προϋπόθεση της άδειας τη «μεταμέλεια», τη δήλωση νομιμοφροσύνης. Αυτή η απαίτηση του Αρείου Πάγου στρέφεται εναντίον της δημοκρατίας. Δεν έχει να κάνει απλά με τα συγκεκριμένα αδικήματα για τα  οποία ο Κουφοντίνας καταδικάστηκε και έτσι κι αλλιώς εκτίει την ποινή του. Στην πραγματικότητα αυτό που αμφισβητεί είναι το δικαίωμα στην εξέγερση και στην επανάσταση, δικαίωμα που ο Τζέφερσον το συμπεριελάμβανε στα «έμφυτα και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου», η αρχαία κινέζικη σκέψη το είχε περί πολλού («δεν μένει απαράλλακτη η εντολή του Ουρανού») αλλά και το οποίο δεν αγνοεί ο σύγχρονος συνταγματικός νομοθέτης («η τήρηση του συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων»). Η επανάσταση είναι ο τρόπος με τον οποίο αναγεννιέται το πολιτικό σώμα, το μυστικό της μακροβιότητάς του. Ο εξαναγκασμός από την κρατική εξουσία σε «δημόσιες ομολογίες», σε «δημόσιες μετάνοιες» ή «δημόσιες αυτοκριτικές» έρχεται να εξευτελίσει και να ακυρώσει το δικαίωμα στην επανάσταση. Αυτό το δικαίωμα υπερασπίζεται με την απεργία πείνας ο Δ. Κουφοντίνας, αυτό το δικαίωμα που αρνούνται οι σημερινές παρακμασμένες κοινοβουλευτικές ολιγαρχίες. Και έχουμε ένα μέτρο για την παρακμή τους, εάν σκεφτούμε ότι ο Τζέφερσον, ο πατέρας - ιδρυτής μιας δημοκρατίας, θεωρούσε σαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τη νεοθεμελιωμένη αμερικανική δημοκρατία την απουσία επαναστάσεων στο μέλλον.

Ο επαναστάτης δεν είναι ένας απλός παραβάτης του νόμου, είναι προπάντων ο φορέας ενός καινούργιου νόμου. Η κοινωνία – και πολλές φορές αλλά όχι πάντα η δικαιοσύνη – τον κρίνει λοιπόν από διπλή σκοπιά. Η κοινωνία είναι ανελέητη με τον επαναστάτη, και έτσι πρέπει να είναι, όταν διαπιστώνει ασυνέπεια ή παραβίαση του ίδιου του δικού του νόμου. Και εδώ ακριβώς στοχεύει ο εξαναγκασμός σε δήλωση μετανοίας: να ξευτελίσει τον επαναστάτη μπροστά στα μάτια όλης της κοινωνίας. Ο απεργός πείνας Δ. Κουφοντίνας σηκώνει στην πλάτη του το βάρος δεκάδων χιλιάδων Μακρονησιωτών.

Η δύναμη να αναγνωρίζεις το λάθος σου, η δύναμη να ζητάς συγνώμη ή να συγχωρείς είναι από τα ευγενέστερα γνωρίσματα της ανθρώπινης ιδιότητας. Δείχνει το μεγαλείο του ο Χο Τσι Μινχ, όταν καλεί το λαό του σε συγκέντρωση στην πρωτεύουσα και συντετριμμένος ζητάει συγνώμη για τα εγκλήματα που διέπραξαν οι άνθρωποί του κατά τη διάρκεια της κολεκτιβοποίησης. Και σε μια πολύ παρακάτω κλίμακα, ο Δ. Κουφοντίνας δεν είναι καθόλου από την πάστα των ανθρώπων που θεωρούν πως όλα όσα έκαναν ή όλα όσα έγιναν είναι καλώς καμωμένα. Ίσως το χειρότερο με τον εξαναγκασμό σε δήλωση μετανοίας (στη Μόσχα, στην Ελλάδα του Εμφυλίου ή την Ιταλία των μολυβένιων χρόνων) είναι ότι εξαλείφει το καλύτερο, τη στιγμή της συμφιλίωσης (τη στιγμή που στη γλώσσα των φιλοσόφων, το πνεύμα επιστρέφει στον εαυτό του) και την αντικαθιστά με τη συντριβή, την εκμηδένιση της προσωπικότητας του αντιπάλου. Η δήλωση μετανοίας είναι η διαστροφή της συγγνώμης και της συγχώρεσης που αποκαθιστούν μια ισότιμη ανθρώπινη σχέση.


Γιώργος Λιερός 

7/6/2018  

Monday, 2 February 2015

Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ: Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ

του Γιώργου Λιερού



















Η τραγωδία στην ευρωζώνη σήμερα, είναι η αίσθηση παραίτησης που επικρατεί, όπου τα κατεστημένα κόμματα της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς αφήνουν την Ευρώπη να κυλήσει σ’ έναν οικονομικό «πυρηνικό χειμώνα». Κατά μία έννοια είναι τραγικό, αλλά μόνο κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς μπορούν να στηρίξουν αξιόλογες στρατηγικές, όπως αναδιοργάνωση του χρέους.
Η άνοδος των Podemos, δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη ζήτηση για εναλλακτική στρατηγική. Αν δεν αλλάξουν θέσεις τα καθιερωμένα κόμματα, θα δημιουργηθεί μεγάλο κενό για να καλύψουν οι Podemos και ΣΥΡΙΖΑ.
-Financial Times, Wolfgang Munchau 29/11/2014

Κυριακή βράδυ 25 Ιανουαρίου, κέντρο Αθήνας. Χιλιάδες άνθρωποι γιορτάζουν τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. 18 Οκτωβρίου 1981, 34 χρόνια πριν, εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ: πολλές εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν ξεχυθεί στους δρόμους. Σε κάθε πόλη, σε ολόκληρη τη χώρα, όχι μόνο οι φίλοι του ΠΑΣΟΚ αλλά όλη η αριστερά, ακόμα και οι αυτόνομοι και αντιεξουσιαστές, θα γιορτάσουν μέχρι το πρωί. Η κυβερνητική αλλαγή του 1981, το κορύφωμα μιας πλούσιας πολιτικής ζωής, ερχόταν στη συνέχεια των κινημάτων της μεταπολίτευσης, του φοιτητικού, του εργατικού και επίσης εκείνου του εργοστασιακού συνδικαλισμού. Το ΠΑΣΟΚ τότε δεν ήταν εκείνο του Σημίτη, του Γ. Παπανδρέου και του Βενιζέλου. Ενώ διαρκούσε ακόμη ο ψυχρός πόλεμος, πρέσβευε την έξοδο της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ. Διαχωριζόταν ρητά από τη Σοσιαλιστική Διεθνή, υποστήριζε την αυτοδιαχείριση, τους αγροτοβιομηχανικούς συνεταιρισμούς, τα «συμβούλια», απολάμβανε μεγάλο κύρος μεταξύ των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων όλου του κόσμου. Στους κόλπους του συζητιόταν ο ένοπλος αγώνας, η συνταγματική κατοχύρωση του σοσιαλιστικού προσανατολισμού κ.ά. Μέχρι το 1989 ο ριζοσπαστισμός του ΠΑΣΟΚ, της αριστεράς που για πρώτη φορά ανέλαβε στη χώρα την κυβερνητική εξουσία, είχε εξαντληθεί.

Ποιο ήταν το πραγματικό επίδικο στο εγχείρημα του ΠΑΣΟΚ όπως και σε εκείνο που ανέλαβε την ίδια εποχή η Ενωμένη Αριστερά (Σοσιαλιστικό Κόμμα, ΚΚΓ) στη Γαλλία; Επρόκειτο για μια τελευταία απόπειρα ανανέωσης-διάσωσης του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου, μεσούσης της νεοφιλελεύθερης επίθεσης και ενώ είχε δρομολογηθεί η παγκοσμιοποίηση και οι ρωγμές από τη μία των σοσιαλιστικών καθεστώτων και από την άλλη των μαζικών κομμάτων, των συνδικάτων και του κράτους πρόνοιας –δηλαδή των στυλοβατών του μεταπολεμικού κόσμου– πολλαπλασιάζονταν και βάθαιναν με αυξανόμενη ταχύτητα. Μια ολόκληρη εποχή  έφευγε. Στην πραγματικότητα, στην Ελλάδα και στη Γαλλία με τη ριζοσπαστικοποίηση του προγραμματικού λόγου, προσπαθούσαν να διασώσουν το σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο υπερβαίνοντάς το.

Τα εγχειρήματα αυτά απέτυχαν. Στην Ελλάδα, υπό την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ, θα επιβίωνε για μερικές δεκαετίες ένας συνασπισμός συμφερόντων και κοινωνικών ομάδων (πολιτικά πελατειακά δίκτυα, κρατικοδίαιτη ολιγαρχία του πλούτου, ΜΜΕ, συνδικαλιστική γραφειοκρατία κ.ά.) αξιοποιώντας τις προσφερόμενες ευκαιρίες στα διάκενα του νεοφιλελεύθερου κόσμου (δανεισμός, ευρωπαϊκά κονδύλια κ.ά.). Το εξαιρετικά ασταθές αυτό οικοδόμημα, κατέρρευσε με βίαιο τρόπο μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. Εντωμεταξύ, είχε ακυρώσει κάθε δυνατότητα που θα επέτρεπε στην οικονομία της χώρας να είναι στοιχειωδώς βιώσιμη στο νέο περιβάλλον. Και δεν ήταν μόνο η υπερχρέωση. Η είσοδος στην ευρωζώνη ήταν εντελώς αναντίστοιχη με τον παραγωγικό δυναμισμό της χώρας. Σημειώθηκε πλήρης αποτυχία στη διάσωση του παραγωγικού ιστού στον δευτερογενή αλλά και στον πρωτογενή τομέα. Στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια, δεν είχαμε κάτι σαν την άνθιση της Καταλονίας ή της Τρίτης Ιταλίας (οικονομικά γεγονότα που εν μέρει οφείλονται στην αριστερά και τα κινήματα), αν και βέβαια ως χώρα δεν είχαμε ποτέ τη βιομηχανική ή την αστική παράδοση της Καταλονίας και της Ιταλίας.

Στα πλαίσια της σοσιαλδημοκρατίας, η εναλλακτική απάντηση σ’ εκείνη που δόθηκε στην Ελλάδα και στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν ο σοσιαλφιλελευθερισμός που ξεκίνησε με τους Νέους Εργατικούς του Τόνι Μπλαίρ και τον «Τρίτο Δρόμο» και επρόκειτο να επικρατήσει πλήρως τις επόμενες δεκαετίες ακόμα και μεταξύ των ελπιδοφόρων κάποτε κομμάτων των πρασίνων. Όμως ο πολύ πιο ρεαλιστικός σοσιαλφιλελευθερισμός, εξόκειλε τείνοντας να ταυτιστεί με τη νεοφιλελεύθερη δεξιά και προκαλώντας έτσι σήμερα μια επικίνδυνη δομική ανισορροπία στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Στην Ευρωπαϊκή ένωση σήμερα εκδηλώνονται φυγόκεντρες τάσης κάθε είδους, βαθαίνει η αντίθεση Βορρά-Νότου, οξύνεται η σύγκρουση ανάμεσα σε «εθνικές» οικονομίες, επιταχύνεται η κατά τμήματα διάλυση του κοινωνικού ιστού ενώ είναι φανερή η αδυναμία διαχείρισης των κοινωνικών συγκρούσεων. Η οικονομική ύφεση, η στασιμότητα, η υπερχρέωση κ.α. αντιστοιχούν στις αυξανόμενες αδυναμίες της ευρωπαϊκής «αγοράς», η οποία όπως κάθε αγορά είναι δημόσιος θεσμός και ως εκ τούτου, κατασκευάζεται πολιτικά. Βέβαια, η ενσωμάτωση των «εθνικών» οικονομιών σε μια ευρωπαϊκή οικονομία, δεν μπορεί να είναι πλήρης και χωρίς υπόλοιπα ώστε να δώσει έναν ομοιογενή χώρο. Οι εθνικές/εθνοτικές ιεραρχίες, η εξάρθρωση ή καλύτερα η ανηλεής κατάτμηση σε ζώνες, αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού. Όμως ο ανασυνδιασμός των ζωνών αυτών και των κάθε λογής θραυσμάτων, είναι ένα πολύ κρίσιμο ηγεμονικό εγχείρημα και η απουσία ενός φορέα ικανού να το αναλάβει, αποτελεί ένα πραγματικό συστημικό κίνδυνο για την (καπιταλιστική) Ευρώπη.

Εντωμεταξύ στην Ελλάδα, η άνοδος της αριστεράς στην εξουσία (του ΣΥΡΙΖΑ) ήταν η μόνη δυνατή απάντηση της κοινωνίας με δεδομένη τη διπλή αποτυχία των κινημάτων των τελευταίων χρόνων: απέτυχαν εν πολλοίς να κερδίσουν πολιτικές νίκες απέναντι στο κράτος, απέτυχαν να βαθύνουν το κοινωνικό τους περιεχόμενο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι επρόκειτο για κοινωνικό-πολιτικά κινήματα, με το βάρος να πέφτει σχεδόν μονομερώς στο πολιτικό στοιχείο. Σήμερα η ελληνική ενδογενής δυναμική, συμπίπτει με την αυξανόμενη κατανόηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο των σοβαρών κινδύνων που συνεπάγεται η απουσία ευρωπαϊκής εναλλακτικής στρατηγικής η οποία να αφορά το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης˙ κινδύνων που επισημαίνει γλαφυρά και μαζί σε δραματικούς τόνους ο Wolfgang Munchau στους Financial Times. Αυτή ακριβώς η σύμπτωση, είναι «η ευρωπαϊκή ώρα της Ελλάδας», για την οποία μιλάει ο Αντώνης Λιάκος. Η μεγάλη ευκαιρία του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και ο χειρότερος κίνδυνος εάν δεν τον ευνοήσει η συγκυρία), είναι η δυνατότητα του να αναστρέψει τις διαδικασίες οικοδόμησης της λεγόμενης «γερμανικής Ευρώπης» και να δρομολογήσει τη συγκρότηση εναλλακτικών ηγεμονικών συνασπισμών γύρω από ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» στη θέση του παλιού σοσιαλδημοκρατικού, ο καιρός του οποίου έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το νέο «κοινωνικό συμβόλαιο», πρωτοδιατυπώθηκε στη Λατινική Αμερική μέσα από τη σχέση των κυβερνήσεων της αριστεράς με τα κοινωνικά κινήματα. Μια επόμενη φάση, ήταν η προεδρία Ομπάμα με όλη της την αντιφατικότητα και τώρα ήρθε η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ και του Podemos.

Και ποιά θέση έχει σ’ αυτό το εγχείρημα ο σοσιαλισμός, η γενικευμένη αυτοδιαχείριση, η άμεση δημοκρατία κ.α.; Την δεκαετία του ’80, η συζήτηση για το «κοινωνικό συμβόλαιο» διεξαγόταν ακόμη μέσα στον νοητικό ορίζοντα της σοσιαλιστικής προοπτικής, με αποτέλεσμα οι πράξεις να μαλλιοτραβιούνται με τα λόγια. Σήμερα, ο τρόπος πρόσληψης της πραγματικότητας από τη ριζοσπαστική διανόηση, είναι πολύ πιο πλουραλιστικός και εναντίον της δικτατορίας «είτε της αγοράς, είτε του κράτους, είτε των άμεσων παραγωγών» (Λακλάου) . Μια μεικτή οικονομία, φαίνεται να είναι αποδεκτή σχεδόν απ’ όλους τους διανοούμενους της αριστεράς. Μερικοί μας καλούν να πάψουμε να βλέπουμε την κοινωνία κεφαλαιο-κεντρικά, ενώ άλλοι (π.χ. ο Ντε Άντζελις), μας διαβεβαιώνουν ότι ο καπιταλισμός δεν υπάρχει. Ο σημερινός νοητικός ορίζοντας, διέπεται από τις κατηγορίες του εκδημοκρατισμού και της διαφοράς και τα τρέχοντα προτάγματα, είναι αυτά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στρέφονται εναντίον του ρατσισμού , του αντισημιτισμού, του αποκλεισμού κ.τ.λ. Εδώ και τρεις-τέσσερις δεκαετίες, πολλοί διανοούμενοι έχουν επεξεργαστεί τα κατάλληλα νοητικά εργαλεία με τα οποία το δίκτυο εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κατανοεί μ’ ένα λίγο-πολύ διαυγή τρόπο αυτό που κάνει. Εν πολλοίς, οι ίδιοι διανοούμενοι (Λακλάου, Μουφ, Ζίζεκ, Χαρντ, Νέγκρι κ.α.) έχουν αναγνωρίσει πόσο σημαντική είναι για τα κινήματα η κυβερνώσα αριστερά. Τα κοινωνικά κινήματα μπορούν να πειραματίζονται με την άμεση δημοκρατία και την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία στις «ρωγμές» και να αφήσουν τα υπόλοιπα στους «πολιτικούς ακτιβιστές» (η τελευταία φράση είναι του Ντε Άντζελις).

Ένα μεγάλο μέρος της κομματικής οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ και προπάντων η αριστερή του πτέρυγα, δεν αποδέχονται τις απόψεις αυτές. Εδώ πρέπει να ξεχωρίσουμε δίκτυο εξουσίας, ΣΥΡΙΖΑ/κομματική οργάνωση. Το δίκτυο εξουσίας στη σύγχρονη (καπιταλιστική) πολιτική, έχει πάρει τη θέση του μαζικού κόμματος το οποίο έχει επικρατήσει μια προηγούμενη περίοδο. Η κομματική οργάνωση, κληρονόμος του μαζικού κινήματος, αποτελεί ένα μέρος μόνο του ευρύτερου δικτύου εξουσίας ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης, η διάκριση δίκτυο εξουσίας/κόμμα, δεν έχει να κάνει με τη διάκριση αριστερή κυβέρνηση/κοινωνικά κινήματα. Οι αγωνιστές αυτοί, πρέπει πριν απ’ όλα να καταλάβουν τη σχετικά περιορισμένη εμβέλεια –όποια κι αν είναι η έκβαση– των συγκρούσεων στο εσωτερικό ενός κόμματος την εποχή των δικτύων εξουσίας. Πολλοί ανάμεσά τους, αντιλαμβάνονται και σωστά ότι υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα με τις μεταμοντέρνες πολιτικές θεωρίες στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως. Όμως το αντικαπιταλιστικό εγχείρημα –το οποίο θα διαδραματιστεί κατά το μεγαλύτερο μέρος πέραν του ΣΥΡΙΖΑ– δεν μπορεί πλέον να διατυπωθεί με τους όρους του κράτους πρόνοιας, του μαζικού κόμματος και συνδικάτου, δηλαδή με τους όρους που γέννησε μια προηγούμενη περίοδος του καπιταλισμού. Από αυτή τη σκοπιά, η αντιπολίτευση του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τον ΣΥΡΙΖΑ, έρχεται από μια άλλη εποχή την οποία δεν έχουμε λόγους να νοσταλγούμε. Οι καινούργιοι όροι θα αναδειχθούν και αναδεικνύονται ήδη μέσα από την κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση, η στράτευση στην αντικαπιταλιστική ανατροπή δεν μπορεί να ξεχνάει το κράτος, το κεφάλαιο ή την ταξική πάλη και συνάδει με τη διαλεκτική και μια ολιστική αντίληψη του κόσμου. Από τη σκοπιά της Επανάστασης το έργο του Μαρξ, του Μπακούνιν, των Κομμουνιστών των Συμβουλίων, αλλά και του Καστοριάδη, του Γκυ Ντεμπόρ κ.α. παραμένει πάντα επίκαιρο, ενώ θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά γόνιμη η κριτική επιστροφή στους μεγάλους θεωρητικούς των δημοκρατικών επαναστάσεων, δηλαδή στον Ρουσώ και τον Χέγκελ. Όμως, στους καιρούς μας αυτή η επικαιρότητα ή η γονιμότητα δεν είναι καθόλου δεδομένη. Πρέπει να επαναδιεκδικηθεί, να ξανακερδηθεί –σε ένα μεγάλο μέρος να ξαναδημιουργηθεί- μέσα από σκληρές πολιτικοθεωρητικές συγκρούσεις.

 Ο αντικαπιταλιστικός δρόμος θα διανοιχθεί μέσα από τις τρέχουσες πολιτικοκοινωνικές μάχες στις οποίες και καλούμαστε να πάρουμε μέρος. Αυτό που πρέπει όμως να τονίσουμε με τον πιο κατηγορηματικό και ξεκάθαρο τρόπο, είναι ότι δεν μπορούμε να στριμώξουμε τα όνειρα, τις ουτοπίες και τα κοινωνικά μας οράματα στις «ρωγμές», ότι δεν μπορούμε να χάσουμε από τα μάτια μας τον ορίζοντα μιας ανθρωπότητας –μιας ολόκληρης ανθρωπότητας– που να είναι απαλλαγμένη από το κράτος και το κεφάλαιο. Η άλλη πλευρά της επικράτησης των μεταμοντέρνων πολιτικών θεωριών είναι το να αφήσουμε το πάθος για το απόλυτο στους μουσουλμάνους φονταμενταλιστές. Ας μην επιτρέψουμε να συμβεί κάτι τέτοιο.

27-1-2015



Thursday, 12 June 2014

Ο Giorgio Agamben για την αρχαιολογία μιας αποτυχίας



Σήμερα, τα πολιτικά κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται ως «προοδευτικά» και οι συνασπισμοί της λεγόμενης «Αριστεράς» έχουν κερδίσει αρκετούς μεγάλους δήμους, όπου έγιναν αυτοδιοικητικές εκλογές. Προκαλεί έκπληξη η σπουδή και η μονομανία των νικητών να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως establishment, να καθησυχάσουν με κάθε κόστος τους ισχυρούς του παλαιού οικονομικού, πολιτικού και θρησκευτικού κατεστημένου. Όταν ο Ναπολέων νίκησε τους Μαμελούκους στην Αίγυπτο, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να καλέσει τους προύχοντες, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του παλαιού καθεστώτος, για να τους πληροφορήσει ότι, υπό τον νέο κυρίαρχο, οι προνομίες και οι αρμοδιότητές τους θα παρέμεναν άθικτες. Μια και δεν έχουμε να κάνουμε με στρατιωτική κατάκτηση μιας ξένης χώρας, ο ζήλος με τον οποίο ο αρχηγός ενός κόμματος –το οποίο έως πρότινος ονομαζόταν Κομμουνιστικό– βάλθηκε να καθησυχάσει τραπεζίτες και καπιταλιστές, επισημαίνοντας ότι η λιρέτα και το χρηματιστήριο άντεξαν τη δοκιμασία, είναι, τουλάχιστον, άκαιρος. Ένα είναι βέβαιο: αυτοί οι πολιτικοί θα καταλήξουν να ηττηθούν από την ίδια τη βούλησή τους να νικήσουν με κάθε κόστος. Η επιθυμία να γίνουν establishment θα τους καταστρέψει, όπως ακριβώς κατέστρεψε και τους προκατόχους τους.


Είναι σημαντικό να είναι κανείς σε θέση να διακρίνει μεταξύ ήττας και ατίμωσης. Η νίκη της Δεξιάς στις βουλευτικές εκλογές του 1994 υπήρξε ήττα για την Αριστερά, ήττα όμως που θα μπορούσε να μην ήταν κατ’ ανάγκη ατιμωτική. Εάν, όπως είναι σίγουρα η περίπτωση, η ήττα αυτή υπήρξε ατιμωτική, αυτό συνέβη επειδή σηματοδότησε την κατάληξη μιας διαδικασίας συνεχών υποχωρήσεων που είχε ήδη αρχίσει πριν από πολλά χρόνια.

Η ήττα ήταν ατιμωτική, όχι γιατί επήλθε μετά από μια μάχη δοσμένη από αντίθετες θέσεις, αλλά απλώς επειδή ακολουθήθηκε ηθελημένα η ταυτόσημη ιδεολογία του θεάματος, της αγοράς και των επιχειρήσεων. Ένας καπιταλισμός με καπέλο μελόν και πούρο, ένας καπιταλισμός με ένοχη συνείδηση, ηττήθηκε από έναν καπιταλισμό πιο απελευθερωμένο, χωρίς συμπλέγματα (πράγμα προβλέψιμο). Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει το γεγονός αυτό ως μοιραία συνέπεια μιας προδοσίας που είχε ήδη ξεκινήσει στα χρόνια του σταλινισμού. Μπορεί, όντως, να είναι έτσι. Ωστόσο, αυτό που μας απασχολεί εδώ δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας εξέλιξης που ξεκίνησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Πράγματι, έκτοτε μόνο ο ολικός εκφυλισμός του σκέπτεσθαι προσέλαβε την υποκριτική μορφή και τη φωνή του ορθού λόγου και της κοινής λογικής, που σήμερα εμφανίζεται με το όνομα του «προοδευτισμού».

Στο βιβλίο του L’Archéologie d’un échec [Η αρχαιολογία μιας αποτυχίας), ο Jean-Claude Milner έχει σαφώς ταυτοποιήσει και ορίσει ως «προοδευτισμό» την αρχή στο όνομα της οποίας έλαβε χώρα η διαδικασία του συμβιβασμού. Η επανάσταση έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο συμβιβασμού με το κεφάλαιο και την εξουσία, όπως ακριβώς η εκκλησία έπρεπε να τα βρει με τον νεωτερικό κόσμο. Έτσι, η συνταγή που πρυτάνευσε στη στρατηγική του προοδευτισμού, κατά τη διάρκεια της πορείας του προς την εξουσία, πήρε σιγά-σιγά την εξής μορφή: οφείλει να υποχωρεί κανείς στα πάντα, πρέπει να συμφιλιώνει το κάθε τι με το αντίθετό του, τη νοημοσύνη με την τηλεόραση και τη διαφήμιση, την εργατική τάξη με το κεφάλαιο, την ελευθερία του λόγου με το Κράτος-θέαμα, το περιβάλλον με τη βιομηχανική ανάπτυξη, την επιστήμη με την κοινή γνώμη, τη δημοκρατία με τον εκλογικό μηχανισμό, την ένοχη συνείδηση ​​και την αποστασία με τη μνήμη και την αφοσίωση.

Σήμερα βλέπουμε πού μας έχει οδηγήσει μια τέτοια ολέθρια στρατηγική. Η Αριστερά έχει συνεργαστεί ενεργά, σε όλους τους τομείς, στη δημιουργία συναινετικών εργαλείων και προϋποθέσεων που θα επιτρέψουν στη Δεξιά, από τη στιγμή που θα καταλάβει την εξουσία, να εφαρμόσει απλώς και να εξελίξει προκειμένου να πετύχει τους  δικούς της σκοπούς, χωρίς καμία δυσκολία. Έτσι, ενώ τα ιταλικά συνδικάτα υπέγραφαν τις συμφωνίες του Ιουλίου, σηματοδοτώντας την πλήρη αποστράτευση της εργατικής τάξης από τον αγώνα για συλλογικές συμβάσεις, περνούσε νόμος με τις ψήφους της Αριστεράς ο οποίος, με το πρόσχημα της προάσπισης της αυτονομίας των πανεπιστημίων, παρέδιδε το Πανεπιστήμιο στη λογική των επιχειρήσεων.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο η γερμανική Σοσιαλδημοκρατία αφόπλισε πνευματικά και φυσικά την εργατική τάξη, πριν παραδοθεί στον Ναζισμό. Και ενώ οι πολίτες, άνθρωποι καλής θέλησης, καλούνται σε επαγρύπνηση εν όψει κάποιων κατά φαντασία μετωπικών συγκρούσεων, η Δεξιά  έχει ήδη περάσει μέσα από το ρήγμα που η ίδια η Αριστερά έχει ανοίξει στις γραμμές της.


Giorgio Agamben [1996], "Σ’ αυτή την εξορία. Ιταλικό ημερολόγιο 1992-1994" [απόσπασμα], στο Μέσα χωρίς σκοπό. Σημειώσεις πάνω στην πολιτική [Mezzi senza fine, Bollati Boringhicri editore].

Friday, 7 March 2014

Κωστής Καρπόζηλος: Παγιδευμένοι στην ιστορία

Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών. Και όταν ακόμα οι ζωντανοί φαίνονται σαν ν’ ασχολούνται ν’ ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα και να δημιουργήσουν κάτι που έχει προϋπάρξει, σ’ αυτές ακριβώς τις εποχές της επαναστατικής κρίσης επικαλούνται φοβισμένοι τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα μαχητικά συνθήματά τους, τις στολές τους για να παραστήσουν με την αρχαιοπρεπή αυτή, σεβάσμια μεταμφίεση και μ’ αυτή τη δανεισμένη γλώσσα τη νέα σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας. Έτσι ο Λούθηρος φόρεσε τη μάσκα του απόστολου Παύλου, η επανάσταση του 1789-1814 ντύθηκε διαδοχικά τη στολή της ρωμαϊκής δημοκρατίας και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η επανάσταση του 1848 δε βρήκε να κάνει τίποτα καλύτερο από το να παρωδήσει πότε το 1789 και πότε την επαναστατική παράδοση του 1793-1795. Έτσι κι ο αρχάριος που έμαθε μια ξένη γλώσσα τη μεταφράζει πάντα στη μητρική του και μόνον όταν αρχίσει να χειρίζεται την ξένη γλώσσα χωρίς να θυμάται τη μητρική του και μάλιστα να ξεχνά τη μητρική του γλώσσα, θα μπορέσει να αφομοιώσει το πνεύμα της καινούριας γλώσσας και να δημιουργήσει σ’ αυτήν.
-Κ. Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη


Στις 27 Νοεμβρίου του 2013 ο Αλέξης Τσίπρας με ένα σύντομο κείμενο στον Guardian ανακοίνωσε ότι θα είναι υποψήφιος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την προεδρία της Κομισιόν.[1] Η επιλογή του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς φαντάζει λογική: ο Αλέξης Τσίπρας προέρχεται από τη χώρα που βρίσκεται στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπεί την κοινωνία που έχει υποστεί τις σοβαρότερες συνέπειες από την κρίση της Ευρωζώνης και συμβολίζει την αριστερά εκείνη που κατάφερε να αναδειχθεί σε υπολογίσιμο αντιπολιτευτικό πόλο έναντι των κυρίαρχων πολιτικών της λιτότητας. Με την υποψηφιότητα του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς φιλοδοξεί να προβάλει τη δυνατότητα διεξόδου από την κρίση της Ευρωζώνης σε μια εκλογική αναμέτρηση που θα λειτουργήσει ως πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα για το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Η σύγκριση ανάμεσα στις ευρωεκλογές του 2009 και του 2014 υπογραμμίζει τις πυκνές ενδιάμεσες εξελίξεις που τροποποίησαν τους όρους διαβίωσης εκατομμυρίων πολιτών, αλλά κυρίως αποσταθεροποίησαν τις βεβαιότητες γύρω από την αέναη ανάπτυξη του δυτικού κόσμου στη μετά το 1973 εποχή. Το 2009 οι καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις για τον προσωρινό χαρακτήρα της κρίσης και οι προσδοκίες της επικείμενης επανόδου στην κανονικότητα είχαν διαμορφώσει ένα κυρίαρχο κλίμα αυτοπεποίθησης για τις προοπτικές και τις αντοχές της Ευρωζώνης. Ο πολιτικός χάρτης των Ευρωεκλογών αποτύπωνε την παγιωμένη κυριαρχία σοσιαλδημοκρατών και χριστιανοδημοκρατών, αφήνοντας μικρά περιθώρια για τις ριζοσπαστικές ή συντηρητικές αντιπολιτεύσεις στο κυρίαρχο ευρωπαϊκό αφήγημα. Σήμερα, ο κλυδωνισμός του ευρώ, του πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και η αδυναμία των κυρίαρχων πολιτικών να εγγυηθούν τη διέξοδο από τις πολιτικές της λιτότητας δημιουργούν πρόσφορους όρους για την απελευθέρωση φυγόκεντρων δυναμικών που έως τώρα είχαν «εθνικό» χρώμα. Συμπτωματικά, οι ίδιοι οι όροι της αναμέτρησης του Μαΐου του 2014 ενισχύουν την προοπτική αναδιάταξης του ευρωπαϊκού πολιτικού χάρτη, καθώς η Συνθήκη της Λισσαβόνας προωθεί τη δημιουργία πιο συνεκτικών ευρωπαϊκών σχηματισμών από τις χαλαρές ευρωκοινοβουλευτικές ομάδες. Στο έδαφος αυτό διαγράφεται η ανησυχητική ανάδυση ενός ισχυρού αντιδραστικού άξονα στον ευρωπαϊκό Βορρά, ο οποίος εκτείνεται από την παραδοσιακή άκρα δεξιά (Γαλλία) έως τις σύγχρονες εκδοχές του εθνικού ευρωσκεπτικισμού (Μ. Βρετανία).

Λίνα Μανουσογιαννάκη
Στον αντίποδα του αντιδραστικού ευρωσκεπτικισμού, το κείμενο του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να τονίσει τη δυνατότητα μιας προοδευτικής εναλλακτικής πρότασης, η οποία θα μετασχηματίσει την αγανάκτηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε προοπτική διεξόδου από την κρίση. Παρ’ όλη την επιμονή στη δυνατότητα της αριστεράς να «φτιάξει μια καλύτερη Ευρώπη» το κείμενο αποτυγχάνει να περιγράψει αυτό το κινητοποιητικό όραμα. Ο λόγος που αποτυγχάνει δεν οφείλεται στην έλλειψη ριζοσπαστικότητας της ευρωπαϊκής αριστεράς ή στην κοινοτοπία των διατυπώσεων γύρω από τις καταστροφικές συνέπειες της κρίσης, αλλά στην αδυναμία του Αλέξη Τσίπρα να συνοψίσει πειστικά την εναλλακτική πρόταση με όρους ρήξης με το παρόν. Αντίθετα, ο πυρήνας του κειμένου εγκλωβίζεται σε μια παλινδρόμηση μεταξύ του ενοχλητικού παρόντος και του καθησυχαστικού παρελθόντος: «η Ευρώπη [μπορεί] να σταματήσει τη σοκαριστική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναμορφώνοντας το κράτος, αποκαθιστώντας την ανάπτυξη και δημιουργώντας υψηλής ποιότητας, σταθερές θέσεις εργασίας, με τις πρόνοιες που ιστορικά συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου». Αν ήταν ζήτημα διατύπωσης, δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία. Ο τόνος όμως του Αλέξη Τσίπρα αντιστοιχεί σε μία γενικευμένη επιστροφή της Ευρωπαϊκής αριστεράς στο παρελθόν. Παγιδευμένη στην ιστορία η ευρωπαϊκή αριστερά προσπαθεί να περιγράψει τη ρήξη με το παρόν καταφεύγοντας σε σχήματα ιστορικών αναλογιών και σκιαγράφησης του μέλλοντος μέσω του οικείου παρελθόντος. Στην τελευταία σύνοδο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς στη Μαδρίτη διαδοχικές αναφορές σε «ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ», σε «ένα νέο New Deal», στην «πρόταση διοργάνωσης ενός Ευρωπαϊκού Συνεδρίου για το Χρέος όπως αυτό του Λονδίνου του 1953» και η νοσταλγία του «Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου» φάνηκαν να επιβεβαιώνουν τον αστεϊσμό του Γιώργου Σταθάκη ότι το οικονομικό πρόγραμμα της αριστεράς είναι «η έκθεση Πόρτερ του 1947».

Οι συστηματικές αναφορές στο σχεδίου Μάρσαλ προσφέρονται για έναν παρενθετικό προβληματισμό σχετικά με την απροβλημάτιστη ενσωμάτωση της γενέθλιας πράξης του Ψυχρού Πολέμου στη ρητορική της ευρωπαϊκής αριστεράς. Ταυτόχρονα, στο πεδίο των εγχώριων εντυπώσεων είναι αξιοσημείωτη η βαθμιαία μεταβολή του παραδείγματος από το έμπλεο πάθους «νέο ΕΑΜ» του πρώιμου αντιμνημονιακού μετώπου στην κατά τι πιο διαχειριστική «έκθεση Πόρτερ». Τέλος, η αναβάθμιση του μεταπολεμικού κοινωνικού μοντέλου σε πρότυπο για τη μελλοντική έξοδο από την κρίση δημιουργεί μια τεράστια αντίφαση: η αριστερά του 21ου αιώνα εμφανίζεται να υπερασπίζεται μια παράδοση, τη στιγμή που έχουν οριστικά εκλείψει όλοι οι ιστορικοί παράγοντες που την είχαν καταστήσει δυνατή: τα συνεκτικά εργατικά συνδικάτα, η ηγεμονία του κεϋνσιανισμού, οι οικονομικοί όροι της μεταπολεμικής ανάπτυξης και η ύπαρξη μιας φαινομενικά ισοδύναμης εναλλακτικής πρότασης στην ευρωπαϊκή Ανατολή με κέντρο τη Μόσχα.




Λίνα Μανουσογιαννάκη

Όλα αυτά όμως παρά τη σημασία τους είναι επιμέρους ζητήματα μπροστά στο κύριο: τον εγκλωβισμό της αριστεράς στην ιστορία. Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά κάποιες τάσεις ή πρόσωπα εντός της αριστεράς. Εκτείνεται από τις πιο διαχειριστικές της πτέρυγες, οι οποίες νοσταλγούν το απολεσθέν κοινωνικό συμβόλαιο που εξασφάλιζε την απρόσκοπτη κοινωνική τους ευημερία, έως τις πιο ριζοσπαστικές που ανασύρουν από τον ιστορικό τσελεμεντέ ανάλογες «στιγμές» –επιλέξτε ελεύθερα μεταξύ 1917, 1936, 1968, 1973 κ.ο.κ.– για να αναζητήσουν διδάγματα για το παρόν και να αντλήσουν έμπνευση για το μέλλον. 

* * *

Στη διαδρομή της αριστεράς μέσα στον χρόνο η επίκληση της ιστορίας αποτέλεσε κύριο στοιχείο ιδεολογικής –και ψυχικής– συγκρότησης. Η πεποίθηση ότι ο ιστορικός χρόνος εκδιπλώνεται γραμμικά προετοιμάζοντας μέσα από τις διαδοχικές «εποχές» την έλευση της επαναστατικής στιγμής, η οποία θα οριοθετούσε τη μετάβαση από την προϊστορία στην ιστορία της ανθρωπότητας, παρήγαγε μια εκθαμβωτική παράδοση εμπιστοσύνης στην ιστορική εξέλιξη.[2] Οι πολιτικές και κοινωνικές πρωτοπορίες του 19ου και του 20ού αιώνα στηρίχτηκαν στην αναμονή της ωρίμανσης των συνθηκών, της υπομονετικής προεργασίας για την ευλογημένη ώρα της ιστορικής ρήξης, της πίστης στον επικείμενο και προδιαγεγραμμένο κοινωνικό μετασχηματισμό που αντιστοιχούσε σε επιστημονικά θεμελιωμένα στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης. Οι απολογίες των επαναστατών στα παγκόσμια στρατοδικεία, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου, αποτυπώνουν τη βαθιά πίστη στην ιστορία: τη βεβαιότητα ότι οι θυσίες, και οι ήττες, του παρόντος συνιστούν το προανάκρουσμα της νομοτελειακής επιτάχυνσης του ιστορικού χρόνου. Οι ακροτελεύτιες λέξεις της απολογίας του Φιντέλ Κάστρο το 1953, «καταδικάστε με. Δεν έχει σημασία. Η Ιστορία θα με δικαιώσει», συμπυκνώνουν τον κινητοποιητικό ρόλο της ιστορίας στη συγκρότηση του επαναστατικού βολονταρισμού και την πεποίθηση των επαναστατών ότι η εμπρόθετη δράση τους επιτάχυνε την ατμομηχανή της ιστορίας προς τον επιθυμητό, και αντικειμενικά αναπόδραστο, στόχο.

Οι παρατηρήσεις αυτές όσο και αν φαντάζουν έκκεντρες προσφέρουν τη δυνατότητα να σκεφτούμε πάνω σε έναν καθοριστικό μετασχηματισμό: η αριστερά του 21ου αιώνα περιγράφει το μέλλον όχι επικαλούμενη πλέον τη νομοτέλεια της ιστορίας, αλλά αντιστρόφως μέσα από τη νοσταλγία του παρελθόντος. Τι έχει μεσολαβήσει; Αναμφίβολα μια πρώτη απάντηση εδράζεται στη χειραφέτηση της αριστεράς από τις αδήριτες βεβαιότητες γύρω από την ιστορική εξέλιξη όπως είχαν διαμορφωθεί, και διαστρεβλωθεί, μέσα στον 20ό αιώνα. Η χειραφέτηση αυτή υπήρξε κύριο παρεπόμενο του τέλους του Ψυχρού Πολέμου. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης όχι μόνο απονομιμοποίησε τις βεβαιότητες της δογματικής αριστεράς, αλλά συμπαρέσυρε τις ανάλογες των εναλλακτικών, αντιπολιτευτικών ρευμάτων που προσέβλεπαν σε μια νέα επαναστατική διαδικασία και για τον λόγο αυτόν χαιρέτιζαν με ενθουσιασμό κινήματα όπως της Αλληλεγγύης στην Πολωνία. Το 1991, το τελευταίο έτος του 20ού αιώνα, εκτός από τις ορατές πολιτικές συνέπειες για την αριστερά, οριοθετεί και το τέλος των προσδοκιών γύρω από τη νομοτελειακή ιστορική εξέλιξη των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Η αριστερά λοιπόν του 21ου αιώνα, απαλλαγμένη από το βάρος της ιστορικής προσδοκίας, φαίνεται να επανασυνδέεται με την καταχωνιασμένη ρήση του Μαρξ «η ιστορία δεν κάνει τίποτα». Αυτή η εξέλιξη που φαντάζει αρχικά χειραφετητική οδήγησε όμως σε έναν νέο, διαφορετικού τύπου, καταναγκασμό: αποστερημένη από την πίστη της νομοτελειακής εξέλιξης, η αριστερά αναζητά έμπνευση στην ιστορία με τη μορφή της νοσταλγίας για τον οριστικά απολεσθέντα παράδεισο, είτε με τη μορφή του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα είτε με τη μορφή του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους που μας διαμόρφωσε – βιολογικά, ψυχολογικά και διανοητικά.


Δεν πρόκειται για ζήτημα επαναστατικότητας ή ρεφορμισμού. Πρόκειται για το αδιέξοδο της ριζοσπαστικής σκέψης, η οποία αδυνατεί να φανταστεί το μέλλον με όρους ριζικά διαφορετικούς από αυτούς εντός των οποίων διαμορφώθηκε. Η αριστερά μετά το 1989/1991 αποδέχτηκε ότι ο ρόλος της θα εξαντλείται στην άρθρωση κοινωνικής κριτικής από την άκρη του πολιτικού φάσματος και ικανοποιήθηκε –στην εγχώρια εκδοχή της– από την επαρκή κοινωνική και εκλογική της αναπαραγωγή. Σε μια εποχή περιορισμένων προσδοκιών, η ενατένιση του μέλλοντος μετατράπηκε σε μια χιλιαστική προφητεία, η οποία εξυπηρετούσε τη συνοχή των χαρούμενων πιστών, παρότι ακόμα και οι ίδιοι στο περιθώριο της επίσημης κομματικής ρητορικής κορόιδευαν μεταξύ τους τη μεταφυσική πλέον αναμονή της «επαναστατικής στιγμής». Το «σύντροφοι, ευτυχώς ηττηθήκαμε» δεν αφορούσε μόνο τους πολυάριθμους «πρώην», αλλά διαπερνούσε την ίδια την ανασυγκρότηση των υπολειμμάτων τις ιστορικής εμπειρίας του 20ού αιώνα.


Λίνα Μανουσογιαννάκη

Η παροντική κρίση, και η εν γένει αμφισβήτηση της ηγεμονίας που διαμορφώθηκε μετά το 1991, αιφνιδίασε την αριστερά και εντέλει επιβεβαίωσε τη λαϊκή ρήση «να προσέχεις τι εύχεσαι, γιατί μπορεί να σου συμβεί». Τα μεγάλα γεγονότα ήρθαν, αποκαλύπτοντας όμως ταυτόχρονα τις ανεπάρκειες της αριστεράς στο ερώτημα ενός εναλλακτικού πολιτικού προγράμματος. Η αριστερά του 21ου αιώνα εμφανίζεται σήμερα να περιγράφει την κρίση ως ιστορικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού και την ίδια στιγμή να υπονοεί τη δυνατότητα επιστροφής στην κανονικότητα που διαμόρφωσε το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Η αντίφαση αυτή υποσκάπτει τη δυνατότητα προβληματισμού και διατύπωσης οραματικών στόχων που θα υπερβαίνουν τη στενή διαχείριση, πάνω στις ταυτόχρονες μεταβάσεις και τους μετασχηματισμούς του κυρίαρχου οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα ριζοσπά
στης για να αναρωτηθεί κατά πόσο βρισκόμαστε εντός του τέλους μιας ιστορικής εποχής. Τον Ιούλιο του 2013 το περιοδικό New York παρουσίασε στο ευρύ κοινό τις σκέψεις ενός γηραιού οικονομολόγου, ονόματι Robert Gordon, ο οποίος ισχυρίζεται ότι βιώνουμε το οριστικό τέλος της εποχής της βιομηχανικής επανάστασης, καθώς καμία τεχνολογική ή άλλη μεταβολή εξέλιξη δεν μπόρεσε να ανανεώσει την ασθμαίνουσα δυναμική του δυτικού καπιταλισμού. Με τα λόγια του αρθρογράφου: «Η πρώτη και η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση δεν έχουν προηγούμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ποιος μπορεί λοιπόν να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι θα συμβεί ξανά κάτι ανάλογο; Η ύφεση επομένως της παγκόσμιας οικονομίας την οποία βιώνουμε από το 2008 ίσως να μην είναι απλώς το αποτέλεσμα της φούσκας των ακινήτων ή της ακραίας περιπλοκότητας και της υπερεπέκτασης των χρηματοπιστωτικών αγορών, ή το γενεακό τραύμα που προκαλεί η συνταξιοδότηση των baby boomers, αλλά αντίθετα μια μικρή πρόγευση μιας πολύ ευρύτερης μεταβολής, η αργή εκπνοή ενός γεγονότος μοναδικού στην ιστορία. Ίσως η σπασμωδική ανάκαμψή μας μετά την κρίση να μη συνιστά απόκλιση».[3]

Το ερώτημα κατά συνέπεια της εποχής μας δεν είναι κατά πόσο η αριστερά είναι ικανή να περιγράψει τις συνέπειες της κρίσης –μια τακτική που έχει εξαντλήσει το ενδιαφέρον της, εφόσον άπαντες συμφωνούν– αλλά κατά πόσο θα μπορέσει να συνταιριάξει τη χειραφέτησή της από τις νομοτελειακές αναμονές του μέλλοντος με τη σκιαγράφηση ενός μέλλοντος ριζικά διαφορετικού από τις παρούσες συνθήκες. Πρόκειται για μια σύνθεση εξαιρετικά δύσκολη, η οποία προσκρούει σε υπαρκτές αδυναμίες, παραδόσεις ετών και κυρίως στον δυσεπίλυτο κόμπο από τη σύζευξη του ουτοπικού εγχειρήματος και της δυστοπικής εξέλιξης του 20ού αιώνα. Ταυτόχρονα όμως είναι η αναγκαία συνθήκη για μια αριστερά η οποία θα μπορεί να παράξει εκείνο το κινητοποιητικό όραμα που αναγνωρίζει το βάθος των μετασχηματισμών και αναγνωρίζει σε αυτούς τη δυνατότητα ενατένισης ενός ριζικά διαφορετικού μέλλοντος. Η υπόθεση αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τις ηγεσίες και τους υπάρχοντες σχηματισμούς της αριστεράς. Οι μυλόπετρες της συνείδησης –το παρελθόν και το παρόν– έχουν μέχρι στιγμής γεννήσει έναν κατακερματισμένο γαλαξία κοινωνικής κριτικής αποδεσμευμένο από τις απαιτήσεις των κανονιστικών εγχειριδίων, των στρατεύσεων που δεν φαίνεται να παράγουν νόημα και των μεγαλόστομων διακηρύξεων που συγκινούν μόνο τους αφελείς. Τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της γενιάς της μετάβασης, που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις συνέπειες της κρίσης, έχουν παραμερίσει τη νοσταλγία του παρελθόντος, την προσκόλληση στα τοτέμ του κινήματος και την αφόρητη ρητορική για τα «όνειρα» που χάνονται στους καιρούς της ύφεσης. Με τον τρόπο της και αυτή η στάση είναι παγιδευμένη στην ιστορία, καθώς αντικαθιστά τη νοσταλγία του παρελθόντος με την επίγνωση της ιστορικής ήττας του χειραφετητικού οράματος. Η προκαταβολική απαξίωση του μέλλοντος και η κυνική υποτίμηση των δυνατοτήτων του –η δημοφιλία του νεολογισμού «σταλεγάκιας» στις τάξεις μας είναι ενδεικτική– παράγει μια παραλυτική καθήλωση με σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις.[4] Και όμως. Η ανασύνθεση της ουτοπικής σκέψης του 21ου αιώνα έχει μάλλον περισσότερα να κερδίσει από τον σκεπτικισμό έναντι της ιστορίας, παρά από τη διαρκή αναπόλησή της. Αρκεί οι φιλοδοξίες των σκεπτικιστών να μην περιορίζονται στην επιβεβαίωση των δυσοίωνων προβλέψεών τους.

* * *

Σημειώσεις

1. Alexis Tsipras, «Austerity is wreaking havoc, but the left can unite to build a better Europe», εφ. The Guardian, 27.11.2013.^
2. Για το θέμα: Αντώνης Λιάκος, Αποκάλυψη, Ιστορία και Ουτοπία: οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης, Πόλις, Αθήνα 2011.^
3. Benjamin Wallace-Wells, «The Blip», New York, 21.7.2013.^
4. Βλ. Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας, Ξερόλας vs. Σταλεγάκια, http://aimof.blogspot.com/2008/03/jer.html.^

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΛΕΥΓΑ, 13, Χειμώνας 2014, http://www.levga.gr/2014/02/blog-post_17.html

Thursday, 13 February 2014

Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες είναι τα νέα σύνορα ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου





Oι εκατοντάδες νεκροί στη Λαμπεντούζα, τον Οκτώβριο του 2013, ήταν ένα σοκ για τις ευρωπαϊκές συνειδήσεις. Έφεραν με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο τις «παράπλευρες απώλειες» σε ανθρώπινες ζωές που συνεπάγονται οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις προκλήσεις που θέτουν κάποια κεφαλαιώδη διακυβεύματα της εποχής μας: ο έλεγχος των συνόρων, όταν η ίδια η έννοια του συνόρου απεδαφικοποιείται, ρευστοποιείται και καθίσταται προβληματική, η επιδίωξη της ασφάλειας ως de facto φαλκίδευση των ελευθεριών, η διολίσθηση του ιδεώδους της δημοκρατικής πολιτείας σε κρατικές και διακρατικές πρακτικές έκτακτης ανάγκης και καταστάσεων εξαίρεσης, τέλος η προϊούσα έκπτωση της θεμελιώδους, για τη Δύση τουλάχιστον, έννοιας των «Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».

Η τραγωδία της Λαμπεντούζα έγινε η απαρχή για να ξεκινήσει μια δημόσια συζήτηση στην οποία αναγκάσθηκαν να πάρουν θέση, ανεξάρτητα αν αυτή ήταν προσχηματική ή σχετικά ειλικρινής, πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες και άλλοι θεσμικοί παράγοντες. Ταυτόχρονα, αναζωπυρώθηκε ένα κίνημα, από την Ιταλία ώς τη Γερμανία και σε όλη σχεδόν την  ευρωπαϊκή ήπειρο, που επιμένει να αναδεικνύει τη στάση απέναντι στο «μεταναστευτικό» ως ένα κρίσιμο και αποφασιστικό διακύβευμα για το μέλλον της ίδιας της δημοκρατίας, σε Δύση και Ανατολή, σε Βορρά και Νότο. 




Το ελληνικό Φαρμακονήσι, στ’ ανοιχτά της Λέρου, τον Ιανουάριο του 2014, όπου έχασαν τη ζωή τους 11 άνθρωποι, 8 παιδιά και 3 γυναίκες, φαίνεται ότι δυσκολεύεται να πολιτογραφηθεί ως απαρχή προβληματισμού για την ελληνική “κοινή γνώμη”: “τραγωδία” σύμφωνα με την τρέχουσα δημοσιογραφική διατύπωση, “έγκλημα” σύμφωνα με τους αυτόπτες μάρτυρες που θρηνούν τα θύματά τους, “ατύχημα” σύμφωνα με την εκδοχή των φερόμενων ως αυτουργών ανδρών του Λιμενικού Σώματος και της πολιτικής ηγεσίας τους. Κι όμως, είναι κοινό μυστικό ότι το Φαρμακονήσι αποτελεί την απολύτως προβλέψιμη συνέχεια μιας πολιτικής της οποίας το success story πιστώνεται με πλήθος πτώματα στα ναρκοπέδια του Έβρου, πνιγμένους στα νερά του Αιγαίου και έγκλειστα σε συρματοπλέγματα ζωντανά κορμιά στα περίφημα “κέντρα κράτησης” –ευφημιστικός νεολογισμός για τα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στην Αμυγδαλέζα κι αλλού στην ελληνική επικράτεια, καθώς και σε αυτά που ετοιμάζονται εντός κι εκτός συνόρων προσεχώς.





Στις 7 Φεβρουαρίου του 2014, η Αφγανική Κοινότητα της Αθήνας διοργάνωσε μια ειρηνική εκδήλωση στη μνήμη των θυμάτων του “ναυαγίου” στο Φαρμακονήσι μπροστά στη Βουλή των Ελλήνων. Εξωτικοί συμπολίτες μας, γυναίκες, άνδρες και παιδιά, κρατώντας κεριά κι απλά φύλλα χαρτιού με λίγα λόγια γραμμένα στη γλώσσα μας, στη γλώσσα τους και στα αγγλικά, απαίτησαν με σεμνότητα δυσανάλογη προς το μέγεθος του πένθους τους να αποδοθεί δικαιοσύνη στους νεκρούς, να ανευρεθούν οι σωροί τους και να τιμωρηθούν οι φυσικοί αυτουργοί και οι άλλοι υπεύθυνοι για την νέα τραγωδία στα νερά του Αιγαίου.

Αν η εύγλωττη χειρονομία του σωσμένου από τον θάνατο μάς επιβάλλει να ξανασκεφθούμε την ίδια τη ζωή μας, δεν αρκεί να αναλωνόμαστε σε εκδηλώσεις ηθικού αποτροπιασμού απέναντι στη βία που ασκείται στους τόσο διαφορετικούς όμοιούς μας, ούτε να επιβεβαιώνουμε αυτάρεσκα τα φιλάνθρωπα αισθήματά μας απέναντι στον αναξιοπαθούντα Άλλο, βολεύοντας τις όποιες ενοχές μας σε “συμβολικές” χειρονομίες: τα κεριά των Αφγανών συμπολιτών μας στο Σύνταγμα δεν ήταν ρεσώ μηντιακής «κοινωνίας πολιτών».


Λίγη πληροφόρηση και εγρήγορση για τα τεκταινόμενα στη χώρα μας και στην Ευρώπη σχετικά με αυτούς τους ανοικονόμητους συμπολίτες μας, που τους αποκαλούν «λαθραίους» οι λαθρεπιβήτορες της κάθε εξουσίας και μαθητευόμενοι μάγοι της θανατοπολιτικής,  αυτούς που επιμένουν να περνούν σύνορα ρισκάροντας τις ζωές τους, και γίνονται οι ίδιοι τα νέα, ζωντανά, κινούμενα σύνορα του καιρού μας
: αυτό είναι το στοίχημα που βάζει το Εμπρός το Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2015, με τη διοργάνωση της ημερίδας "ΛΑΜΠΕΝΤΟΥΖΑ, ΦΑΡΜΑΚΟΝΗΣΙ, ΑΘΗΝΑ
Πολιτικές ελέγχου των μεταναστευτικών ροών, δικαιώματα, αλληλεγγύη"








Friday, 24 January 2014

Στον αντίποδα των γεγονότων


Οι γόνοι της θανατοπολιτικής 
και τo εθνικό μας ναυάγιο


 «Το συμβάν είναι αυτό που απουσιάζει από τα γεγονότα,
αλλά με βάση το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί η αλήθεια τους
».

-Αλαίν Μπαντιού, 
Η πολιτική και η λογική του συμβάντος.

photo: Dimitris Cosmidis



Στο μενού της «πολιτικής» γεγονοτολογίας των ημερών δεσπόζει το Β-movie του επαπειλούμενου μεγάλου τρομοκρατικού πλήγματος, το οποίο απεργάζεται ο βετεράνος της «17 Νοέμβρη» Χριστόδουλος Ξηρός και τα τσικό των «Πυρήνων της Φωτιάς» (μια υπερπαραγωγή του εγχώριου Bollywood), τα αναπόφευκτα «οικονομικά» σκάνδαλα, στο στάδιο πλέον της δικαστικής διερεύνησης, η τιτάνια προσπάθεια των 58 plus για τη συγκρότηση «κεντροαριστερού» φορέα, η «δημοσκοπική» άνοδος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (Τα εισαγωγικά στις λέξεις που αναφέρονται στην τρομοκρατία, την πολιτική, την οικονομία, την κεντροαριστερά και τις δημοσκοπήσεις ας εκληφθούν ως ενδείκτες ευφημισμού).

Στον αντίποδα αυτών των γεγονότων που συμφύρονται στους καθοδικούς σωλήνες των τηλεοπτικών μας δεκτών και των ευφήμων μέσων κοινωνικής δικτύωσης, κι ενώ ελικόπτερα πηγαινοέρχονται αδιαλείπτως στον αττικό ουρανό για να μας υπενθυμίσουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός της ελληνικής προεδρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα ναυάγιο στοιχειώνει τον γεγονοτολογικό μας ορίζοντα. Είναι άραγε ο θάνατος δώδεκα «λαθραίων» ανθρώπων, τριών γυναικών και εννέα νηπίων, αυτό που σκιάζει την προφάνεια των γεγονότων
; Είναι μήπως η προσθήκη μιας ακόμη λαμπρής σελίδας στο  success story της μεταναστευτικής πολιτικής της «κυβέρνησης» Σαμαρά-Βενιζέλου, αυτό που αμαυρώνει τις φιλελεύθερες αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα περίφημα Δικαιώματα του Ανθρώπου, όπως καταγγέλλουν διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις και φορείς; Ήταν ατύχημα ή εγκληματική πράξη; Κι αν πρόκειται για  έγκλημα, για τι είδους έγκλημα μιλάμε, στιγμιαίο ή διαρκές, διά παραλείψεως ή εκ προθέσεως, κολάσιμο ή μη;

«Στα νερά της Λέρου, στον πάτο του Αιγαίου, χτίζεται η ασφάλεια του κάθε Ευρωπαίου», φωνάζαμε κάποιοι ευάριθμοι στο λιμάνι του Πειραιά, το πρωί της Πέμπτης, 23 Ιανουαρίου, κατά την υποδοχή των επιζησάντων από το ναυάγιο στο Φαρμακονήσι, τη δική μας Λαμπεντούζα. Με το άνοιγμα της μπουκαπόρτας του πλοίου, τα βλέμματά μας αναζητούσαν επίμονα, ανάμεσα στους ταξιδιώτες, τους μάρτυρες της τραγωδίας
: κι όταν ξεπρόβαλε η μικρή πομπή των «λαθραίων» ανθρώπων από το Αφγανιστάν και τη Συρία -κάποιοι με βρέφη στην αγκαλιά-, αντικρίσαμε πρόσωπα βουβά, συντετριμμένα, στόματα που δυσκολεύονταν να ψελλίσουν κάποιες φράσεις στις εξωτικές λαλιές τους, που πνίγονταν από την εσωτερική ταραχή και τη νωπή μνήμη των πνιγμών. Κι όμως μίλησαν, άνθρωποι που έχασαν ολόκληρες οικογένειες, γυναίκες και παιδιά, με όλη την ευγλωττία που επιτρέπει η πρόσφατη γεύση του θανάτου«Οι λιμενικοί τους πέταξαν στη θάλασσα, αναποδογυρίζοντας το πλοιάριο και τους έβριζαν. [...] Προσπαθούσαν ν’ ανέβουν στο σκάφος του λιμενικού και οι λιμενικοί τους χτυπούσαν με τα όπλα τους για να πέσουν πάλι στη θάλασσα. [...] Οι λιμενικοί με εμπόδισαν να ρίξω σωσίβιο στην θάλασσα την ώρα που πνίγονταν οι δικοί μου. [...] Οι λιμενικοί αντί να βοηθήσουν όσους πνίγονταν τραβούσαν βίντεο».

Κι ήλθε η απάντηση από υπεύθυνα χείλη, διά στόματος
κυρίου Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, αρμοδίου Υπουργού Ανέμων και Υδάτων, μαζί με οδηγίες προς ναυτιλομένους: «Ήταν ακυβέρνητο το σκάφος. […] Έσπευσε εν μέσω θαλασσοταραχής σκάφος του λιμενικού για να μπορέσει να το ρυμουλκήσει. Έπεσε μια γυναίκα κι ένα παιδί στη θάλασσα, γυρίσανε οι μετανάστες όλοι προς αυτή την πλευρά με συνέπεια να τουμπάρει το σκάφος, η γυναίκα και το παιδί. Άλλοι διασώθηκαν, αλλά άλλοι χάθηκαν. […] Δεν ισχύει καθόλου, ότι ρυμουλκούσαμε το σκάφος προς τις τουρκικές ακτές, φαίνεται και από τα στίγματα. […] Ο Μούιζινιεκς [σ.σ επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης] και διάφοροι άλλοι θέλουν να προκαλέσουν πολιτικό θέμα στην Ελλάδα. Κανένας ούτε από το ΠΑΣΟΚ ούτε από το ΣΥΡΙΖΑ έχει έρθει για να ενημερωθεί». Και ως κατακλείδα: «Δεν μπορούν όλα αυτά να αποτελούν αντικείμενο χαζής εκμετάλλευσης, δεν πιστεύω ότι κανείς θέλει να ανοίξουμε τις πύλες και όλοι οι μετανάστες να απολαμβάνουν άσυλου στη χώρα». Ούτε καν ένα φύλλο συκής δεν επιχείρησε να εξασφαλίσει  ο πολιτικός ανήρ και γόνος του κομματικού σωλήνα, ούτε καν μια Ένορκη Διοικητική Εξέταση δεν έκρινε σκόπιμο να διατάξει εγκαίρως, προκειμένου να σωθούν, in extremis έστω, τα προσχήματα.

Αλλά ακόμη πιο εύγλωττα είχε μιλήσει, σε ανύποπτο χρόνο,
τον Απρίλιο  του 2011, ένας άλλος γόνος, του νεοφασιστικού σωλήνα αυτή τη φορά, ο υιός του ιδρυτή της οργάνωσης «4η Αυγούστου» Κωνσταντίνου Πλεύρη, Θάνος Πλεύρης, τότε βουλευτής του ΛΑ.Ο.Σ, νυν σύμβουλος του Υπουργού Εθνικής Υγείας και Φρονημάτων,  Αδώνιδος Γεωργιάδη. Αναφερόμενος στον ιό του Ισλάμ που επιχειρεί ύπουλα να μολύνει την Ευρώπη περνώντας μέσα από την Ελλάδα, ο προαναφερθείς Θανασάκης είπε και ελάλησεν«Φύλαξη των συνόρων δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να υπάρχουν απώλειες. Και για να γίνω κατανοητός, εάν δεν υπάρχουν νεκροί. [...] Όταν θα έρθεις εδώ, όχι κοινωνική παροχή θα έχεις, δεν θα μπορείς να φας, δεν θα μπορείς να πιεις, δεν θα μπορείς να πας σε νοσοκομείο, και θα λες στους άλλους στο Πακιστάν εδώ πέρα περνάμε χειρότερα απ’ ό,τι στο Πακιστάν.  Αν δεν περνάνε χειρότερα θα έρχονται. Πρέπει να περνάνε χειρότερα. Η ζωή τους, η κόλαση, θα φαντάζει παράδεισος σ’ αυτό που ζούνε εδωπέρα» (το σχετικό video εδώ).

Αμ
 έπος, αμ’ έργον! Όπως περιγράφει η Μ. Κατσιβέλη, από τους ανθρώπους που κινητοποιήθηκαν στη Λέρο για να προσφέρουν ρούχα και φροντίδα στους διασωθέντες από το ναυάγιο στο Φαρμακονήσι, «μετά την αρχική φιλοξενία σε πανσιόν, κατόπιν κρατήθηκαν για περίπου 30 ώρες σε κρατητήριο [...] ήταν συγκλονιστικό να βλέπεις κάτω στο τσιμέντο αυτούς τους ανθρώπους που είχαν χάσει μέλη των οικογενειών τους. [...] Οι άνθρωποι αυτοί χρειάζονταν ψυχολογική υποστήριξη, όχι κρατητήριο. Οσο για τα εισιτήριά τους για να μεταβούν στον Πειραιά, κανείς κρατικός φορέας δεν ενδιαφέρθηκε, και τελικά απευθυνθήκαμε στην "Αλληλεγγύη για όλους" που ανταποκρίθηκε άμεσα».

Η θερμή ελληνική κρατική φροντίδα για τους επιζήσαντες εκδηλώθηκε και σήμερα, Παρασκευή, στην Αθήνα
: Ένας από τους ναυαγούς βγήκε στην Ομόνοια, μαζί με τον πρόεδρο της Αφγανικής Κοινότητας, να πάρει τσιγάρα, και αστυνομικός τον σταμάτησε ζητώντας του χαρτιά. Παρά τις σχετικές εξηγήσεις, ακολούθησε προσαγωγή στο τμήμα Ομονοίας.

Βεβαίως στην επιτέλεση αυτής της εθνοσωτήριας αποστολής έχει μεγαλουργήσει η μέχρι πρότινος τελούσα στο απυρόβλητο Χρυσή Αυγή. Όμως ποιος μίλησε για ασυνέχεια κράτους και παρακράτους όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο επείγοντα εθνικά θέματα
; Πόσο μάλλον όταν άπτονται καίριων ζητημάτων ευρωπαϊκής ασφάλειας. Νομικοί πολιτισμοί, διεθνείς συμβάσεις για τους πρόσφυγες, Συμβούλια της Ευρώπης, ανθρώπινα δικαιώματα, αποδεικνύονται χάρτινες βαρκούλες για τους εγχώριους ανθυποσεκιουριτάδες της FRONTEX που παριστάνουν τους άγρυπνους ακρίτες και βιγλάτορες του απειλούμενου Ευρωφρουρίου.

 Όσο η κατάσταση εξαίρεσης και το κράτος έκτακτης ανάγκης παγιώνεται, τα Φαρμακονήσια της θανατοπολιτικής θα συνεχίσουν να δολοφονούν ανθρώπους. Μαζί όμως με τις ανθρώπινες ζωές, πεθαίνει και η πολιτική, όσο αυτή ενδίδει στη φενάκη των «γεγονότων», στην τυραννία της επικρατούσας γεγονοτολογίας. Ναι, το συμβάν, το μόνο ίσως δυνατό μέτρο αποτίμησης της αλήθειας, φαίνεται να απουσιάζει. Kι όμως, για να θυμηθούμε τον Σπινόζα, τον ενάρετο εραστή της αληθούς φιλοσοφίας, «το αληθές είναι δείκτης του εαυτού του, όπως επίσης της πλάνης». 

Χθες, στο λιμάνι του Πειραιά, ένας ανώνυμος Αφγανός που επέζησε από το ναυάγιο στο Φαρμακονήσι, είπε απλά και καθαρά μπροστά στις κάμερες
«το μόνο που ζητάμε είναι να βρεθούν οι νεκροί μας». Πριν λίγες μέρες, ο Πακιστανός Χαντίμ Χουσείν, μιλώντας στα Άνω Πετράλωνα, εκεί όπου έπεσε νεκρός από τις μαχαιριές των Χρυσαυγιτών ο γιος του, Σαχζάτ Λουκμάν, ζήτησε δημόσια ένα και μόνο πράγμα: Δικαιοσύνη. Άραγε ποιο Δίκαιο και ποιος Νόμος, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, θα διασώσει το δίκιο της Αντιγόνης, αψηφώντας το άδικο του Κρέοντα;



photo: Dimitris Cosmidis

Gilles Deleuze, Οι ενοχλητικοί Παλαιστίνιοι

Γιατί οι Παλαιστίνιοι θα πρέπει να θεωρούνται «αξιόπιστοι συνομιλητές» όταν δεν έχουν χώρα; Γιατί να έχουν μια χώρα, αφού τους την πήραν; Δε...