Showing posts with label history/ιστορία. Show all posts
Showing posts with label history/ιστορία. Show all posts

Friday, 17 January 2025

Amnon Raz-Krakotzkin: Η άρνηση της εξορίας και η σιωνιστική συνείδηση

 

Στο Ισραήλ, η άρνηση της εξορίας είναι η κεντρική έννοια πίσω από τα μείζονα χαρακτηριστικά της αυτοσυνειδησίας, την αντίληψη της ιστορίας, τη συλλογική μνήμη και την πολιτική. Η έννοια αυτή θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των συνεπαγωγών της, «την επιστροφή στην ιστορία», όπως ισχυρίζεται το «σιωνιστικό εγχείρημα». Αυτές οι δύο έννοιες δεν είναι ταυτόσημες αλλά συνδυάζονται και αλληλοσυμπληρώνονται στον προσδιορισμό της αυτοαντίληψης του Σιωνισμού και του Κράτους του Ισραήλ.

Η άρνηση της εξορίας δεν είναι η άρνηση των διαφορετικών μορφών εβραϊκής ύπαρξης κατά τη διάρκεια της ιστορίας, αλλά η άρνηση της ιστορικότητάς τους. Προέρχεται από την επιθυμία να οριστεί η συλλογικότητα των Εβραίων ως εθνική συλλογικότητα με τη νεωτερική έννοια του όρου, να παρουσιαστεί η εβραϊκή ιστορία ως εθνική ιστορία και να γραφτεί η εθνική ιστορία των Εβραίων. Οι Εβραίοι προφανώς δεν έχουν μια κοινή ιστορία — ακόμα κι αν μοιράζονταν πολλά κοινά πράγματα: θα μπορούσε να λεχθεί ότι αποτελούν μια «φαντασιακή κοινότητα». Ωστόσο, αυτή η κοινότητα διαμορφώθηκε βασισμένη σε έναν νόμο: όχι στη βάση μιας κοινής ιστορίας, αλλά –αντίθετα– στη βάση μιας άρνησης της ιστορίας.

Για να γραφτεί η ιστορία των Εβραίων ως εθνική ιστορία, ως ιστορία των νικητών, έπρεπε αυτοί να απομονωθούν από το πλαίσιο στο οποίο ζούσαν — με άλλα λόγια, από τις γλώσσες, τα πολιτισμικά συστήματα και τις πολιτισμικές αναπαραστάσεις που επέτρεψαν την εξεργασία της ζωής τους: όλα αυτά συρρικνώθηκαν σε ένα ασήμαντο κέλυφος. Αυτό που ορίστηκε ως ιστορικοποίηση των Εβραίων ήταν στην πραγματικότητα η αποϊστορικοποίησή τους, μια διαδικασία εξάλειψης του πλαισίου, η οποία πηγάζει κατευθείαν από την υιοθέτηση της αντισημιτικής αντίληψης για τον ανέστιο και ανερμάτιστο Εβραίο.

Η άρνηση της ιστορίας εφαρμόστηκε στην ιστορία όλων των Εβραίων, τόσο στην ιστορία τους στην Ευρώπη όσο και στον ισλαμικό κόσμο αλλά οι συνέπειες για τους Εβραίους από τις μουσουλμανικές χώρες ήταν πολύ πιο σοβαρές, επειδή ο σιωνιστικός λόγος, ορίζοντας τον εαυτό του ως ευρωπαϊκό, πήρε μια ξεκάθαρα οριενταλιστική χροιά. Ο μετασχηματισμός της εβραϊκής συνείδησης, που συνεπάγεται η άρνηση της εξορίας, προσαρμόζει τις εβραϊκές έννοιες στη νεωτερική έννοια της ιστορίας μέσα από μια ρητή ταύτιση με τη Δύση και μια αντίθεση με την Ανατολή.

Παραδόξως, όταν ένας Εβραίος έφευγε από την Ευρώπη για να εγκατασταθεί στην Ανατολή, αυτό εξέφραζε τη μεταμόρφωσή του και το γεγονός ότι ανήκε στη Δύση. Ο Σιωνισμός υιοθέτησε αρχές που επέτρεψαν στην ευρωπαϊκή κουλτούρα να αυτοπροσδιοριστεί διατηρώντας μια απόσταση μεταξύ του εαυτού της και των Εβραίων. Γενικά, όλες οι όψεις της έννοιας της άρνησης της εξορίας συνιστούν την άρνηση οτιδήποτε θεωρείται ανατολίτικο στον Εβραίο. Αν οι Εβραίοι της Ανατολής δεν συμπεριλήφθηκαν ούτε στη σιωνιστική προοπτική ούτε στον ορισμό του εβραϊκού λαού, αυτό οφείλεται στο ότι η σιωνιστική ιδεολογία γεννήθηκε στην Ευρώπη και ο στόχος της ήταν ο απο-ανατολικοποίηση των Εβραίων.

Η έννοια του Οριενταλισμού (όπως την εισήγαγε ο Edward Saïd: η Ανατολή μέσα από την οπτική της Δύσης) είναι θεμελιώδης για την κατανόηση τόσο του Σιωνισμού όσο και της δυναμικής που εναπόκειται στη σύνδεση των εννοιών της εξορίας και του δι-εθνισμού. Δεδομένου ότι η ισραηλινή εθνική συνείδηση ​​βασίζεται σε έναν συνδυασμό θεολογίας και οριενταλισμού, η κριτική της πηγάζει από την αναζήτηση μιας εναλλακτικής λύσης απέναντι σε αυτές τις δύο διαστάσεις. Η έννοια του δι-εθνισμού, δηλαδή της προσδοκίας να δημιουργηθεί ένας δεσμός ανάμεσα σε Εβραίους και Άραβες, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα θεμέλια μιας συνείδησης που τους παρουσιάζει ως τις δύο πλευρές μιας αντίφασης.

Ο Amnon Raz-Krakotzkin είναι ιστορικός και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Ben-Gurion του Negev.

Απόσπασμα από την έκδοση: Amnon Raz-Krakotzkin, Exil et souveraineté. Judaïsme, sionisme et pensée binationale, La fabrique, Παρίσι, 2007.

Mετάφραση Δημήτρης Κοσμίδης
Αναδημοσίευση από https://jacobin.gr/

Friday, 28 April 2017

Πτυχές της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας στην εποχή των Capital Controls



Η ομάδα Personal Cinema & Collaborators, σε συνεργασία με την Europeana
Foundation και το goteo.org, ανακοίνωσαν πρόσφατα την έναρξη μιας
εκστρατείας χρηματοδότησης πλήθους στην πλατφόρμα crowdfunding του
goteo.org, στο πλαίσιο του προγράμματος #Europeana4Education.

Μετά από διεθνή ανοικτή πρόσκληση της Europeana για υποβολή
προτάσεων σχετικών με καινοτόμα εγχειρήματα στον τομέα της εκπαίδευσης,
το πρότζεκτ μας 1821 Greek Revolution History Platform, ήταν μία από τις
τρεις προτάσεις που επιλέχθηκαν, ανάμεσα σε 19 από όλη την Ευρώπη.

Στην εκστρατεία χρηματοδότησης πλήθους, που διεξάγεται από 26 Απριλίου
έως 25 Ιουνίου 2017, η Europeana συμβάλλει διπλασιάζοντας τη συνεισφορά
κάθε χρηματοδότη έως το ποσό των 100€ (μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό
που διαθέτει για την οικονομική υποστήριξη των επιλεγμένων πρότζεκτ).

Κύριος σκοπός του έργου είναι η δημιουργία μιας διαδικτυακής πλατφόρμας η
οποία θα παρέχει σε μαθητές και εκπαιδευτικούς ένα καινοτόμο εργαλείο
προσέγγισης της ευρωπαϊκής ιστορικής κληρονομιάς, μέσω της επανάχρησης
του περιεχομένου της Europeana που αφορά την προεπαναστατική και
μεταεπαναστατική περίοδο του Ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας, η
διαδικτυακή πλατφόρμα θα λειτουργεί ως καινοτόμο διαδραστικό εργαλείο για
την προσέγγιση του γνωστικού πεδίου της ιστορίας.

Η χρηματοδότηση πλήθους (crowdfunding) είναι μια πρακτική
χρηματοδότησης ενός πρότζεκτ ή μιας επιχείρησης μέσω οικονομικής
συνεισφοράς από μεγάλο αριθμό ανθρώπων, που στις μέρες μας
πραγματοποιείται μέσω διαμεσολαβημένων εγγραφών σε πλατφόρμες στο
διαδίκτυο, αν και η ιδέα μπορεί να υλοποιηθεί και μέσω εγγραφών σε λίστες
ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, καλεσμάτων σε συμβάντα ενίσχυσης και άλλες
μεθόδους. Το crowdfunding όπως και το Peer to Peer (P2P) funding, είναι
μορφές εναλλακτικής χρηματοδότησης, που αναδύθηκαν εκτός του
παραδοσιακού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι εναλλακτικές αυτές μέθοδοι προσφέρουν συχνά χρηματοδοτήσεις σ’ εκείνο
τον τόπο και σ’ αυτούς που την χρειάζονται, με άλλα λόγια εκεί όπου
διαφορετικά δεν θα μπορούσε να βρεθούν πόροι από τις δεδομένες
παραδοσιακές πηγές. Επιπλέον, οι τρόποι συνεισφοράς περιλαμβάνουν και
συμμετοχή σε υπηρεσίες όπως μεταφράσεις, συμβολή σε συμπαραγωγές,
διανομή και διαμοιρασμό της ιδέας και της καμπάνιας, δημιουργώντας έτσι
την αίσθηση της κοινότητας και του «ανοίκειν».

Εργαλεία, όπως το goteo, κινητοποιούν οικονομικούς πόρους και
ανθρώπινες συνεργασίες, συμβάλλουν στην οικοδόμηση κοινότητας,
διανέμουν και δημιουργούν εγρήγορση και δέσμευση για κοινωνικοπολιτικά
αιτήματα. Επιτρέπουν συνεργασίες μεγάλης κλίμακας μεταξύ ομοτίμων,
δημιουργούν συνδέσεις και υποστήριξη μεταξύ επιχειρήσεων, πανεπιστημίων
και πολιτών και προωθούν την ανοιχτότητα της πληροφορίας και της γνώσης
για να επιτρέψουν την ανάδυση λογικών διαφάνειας και συνεργασίας αντί για
αδιαφάνεια και ανταγωνισμό.

Με έκπληξη λοιπόν διαπιστώνουμε πως για τους κατοίκους της ελληνικής
επικράτειας, οι οποίοι είναι κάτοχοι χρεωστικών ή/και πιστωτικών καρτών δεν
επιτρέπεται η συνεισφορά στην καμπάνια. Δεδομένου ότι οι καμπάνιες
χρηματοδότησης πλήθους, συμπεριλαμβάνονται στην κατηγορία που
εξαιρείται από τη μερική άρση των capital controls και συγκαταλέγεται στην
αποκλεισμένη κατηγορία "φιλανθρωπικοί σκοποί", μαζί με τις αγορές
κοσμημάτων, τα online MMO (βιντεοπαιχνίδια), τα στοιχήματα σε ιστότοπους
του εξωτερικού κ.λπ. Την ίδια στιγμή, επιτρέπεται η συνεισφορά στην
καμπάνια στο goteo.org μέσω Paypal, με την προϋπόθεση ανοίγματος
λογαριασμού στη συγκεκριμένη εταιρεία και πληρωμής του αντίστοιχου
κομίστρου. Κάτι που επιπλέον καθιστά δυσχερή την χρηματοδότηση από
οποιονδήποτε θέλει να συνεισφέρει, αλλά δεν επιθυμεί να ανοίξει λογαριασμό
στο Paypal.

Εγείρεται λοιπόν ένα ζήτημα καταστρατήγησης του δικαιώματος ελεύθερης
συμμετοχής των ελλήνων πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε
πρωτοβουλίες που αφορούν τον πολιτισμό και την εκπαίδευση, οι οποίες
μάλιστα δεν αποσκοπούν στο κέρδος, αλλά διέπονται από τη λογική των
Creative Commons και των ανοιχτών αδειών.

Σε μια συγκυρία όπου στην Ελλάδα αναλαμβάνονται νομοθετικές
πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας
και των καινοτόμων εγχειρημάτων στον χώρο της ψηφιακής παραγωγής, η
διαιώνιση αυτών των περιοριστικών μέτρων στη χρηματοδότηση πλήθους
που επιβάλλουν τα capital controls δεν δυσχεραίνει μόνο την επιτυχή έκβαση
της συγκεκριμένης καμπάνιας αλλά λειτουργεί ανασχετικά στη δυναμική
παρουσία κάθε ελληνικού καινοτόμου εγχειρήματος στον ευρωπαϊκό χώρο.
Σε μια πιθανή προέκταση του προσδορισμού της χρηματοδότησης από το
πλήθος για το πλήθος, όπως υπαγορεύει η λογική των capital controls, θα
μπορούσε να συμπεράνει κανείς πως η φιλανθρωπία είναι μια αδιαφανής
πράξη. Είναι όμως η χρηματοδότηση από το πλήθος φιλανθρωπία;

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρότζεκτ 1821 Greek Revolution History
Platform, για την υποστήριξη και διάδοση της καμπάνιας μας, επισκεφθείτε τη σελίδα μας
στο Goteo: http://goteo.cc/1821
Eπικοινωνία και πληροφορίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
email: 1821theplatform@gmail.com
facebook: https://www.facebook.com/1821-the-platform-1049390971871537/
twitter: @1821theplatform
website: http://personalcinema.org/

Friday, 7 March 2014

Κωστής Καρπόζηλος: Παγιδευμένοι στην ιστορία

Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών. Και όταν ακόμα οι ζωντανοί φαίνονται σαν ν’ ασχολούνται ν’ ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα και να δημιουργήσουν κάτι που έχει προϋπάρξει, σ’ αυτές ακριβώς τις εποχές της επαναστατικής κρίσης επικαλούνται φοβισμένοι τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα μαχητικά συνθήματά τους, τις στολές τους για να παραστήσουν με την αρχαιοπρεπή αυτή, σεβάσμια μεταμφίεση και μ’ αυτή τη δανεισμένη γλώσσα τη νέα σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας. Έτσι ο Λούθηρος φόρεσε τη μάσκα του απόστολου Παύλου, η επανάσταση του 1789-1814 ντύθηκε διαδοχικά τη στολή της ρωμαϊκής δημοκρατίας και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η επανάσταση του 1848 δε βρήκε να κάνει τίποτα καλύτερο από το να παρωδήσει πότε το 1789 και πότε την επαναστατική παράδοση του 1793-1795. Έτσι κι ο αρχάριος που έμαθε μια ξένη γλώσσα τη μεταφράζει πάντα στη μητρική του και μόνον όταν αρχίσει να χειρίζεται την ξένη γλώσσα χωρίς να θυμάται τη μητρική του και μάλιστα να ξεχνά τη μητρική του γλώσσα, θα μπορέσει να αφομοιώσει το πνεύμα της καινούριας γλώσσας και να δημιουργήσει σ’ αυτήν.
-Κ. Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη


Στις 27 Νοεμβρίου του 2013 ο Αλέξης Τσίπρας με ένα σύντομο κείμενο στον Guardian ανακοίνωσε ότι θα είναι υποψήφιος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την προεδρία της Κομισιόν.[1] Η επιλογή του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς φαντάζει λογική: ο Αλέξης Τσίπρας προέρχεται από τη χώρα που βρίσκεται στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπεί την κοινωνία που έχει υποστεί τις σοβαρότερες συνέπειες από την κρίση της Ευρωζώνης και συμβολίζει την αριστερά εκείνη που κατάφερε να αναδειχθεί σε υπολογίσιμο αντιπολιτευτικό πόλο έναντι των κυρίαρχων πολιτικών της λιτότητας. Με την υποψηφιότητα του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς φιλοδοξεί να προβάλει τη δυνατότητα διεξόδου από την κρίση της Ευρωζώνης σε μια εκλογική αναμέτρηση που θα λειτουργήσει ως πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα για το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Η σύγκριση ανάμεσα στις ευρωεκλογές του 2009 και του 2014 υπογραμμίζει τις πυκνές ενδιάμεσες εξελίξεις που τροποποίησαν τους όρους διαβίωσης εκατομμυρίων πολιτών, αλλά κυρίως αποσταθεροποίησαν τις βεβαιότητες γύρω από την αέναη ανάπτυξη του δυτικού κόσμου στη μετά το 1973 εποχή. Το 2009 οι καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις για τον προσωρινό χαρακτήρα της κρίσης και οι προσδοκίες της επικείμενης επανόδου στην κανονικότητα είχαν διαμορφώσει ένα κυρίαρχο κλίμα αυτοπεποίθησης για τις προοπτικές και τις αντοχές της Ευρωζώνης. Ο πολιτικός χάρτης των Ευρωεκλογών αποτύπωνε την παγιωμένη κυριαρχία σοσιαλδημοκρατών και χριστιανοδημοκρατών, αφήνοντας μικρά περιθώρια για τις ριζοσπαστικές ή συντηρητικές αντιπολιτεύσεις στο κυρίαρχο ευρωπαϊκό αφήγημα. Σήμερα, ο κλυδωνισμός του ευρώ, του πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και η αδυναμία των κυρίαρχων πολιτικών να εγγυηθούν τη διέξοδο από τις πολιτικές της λιτότητας δημιουργούν πρόσφορους όρους για την απελευθέρωση φυγόκεντρων δυναμικών που έως τώρα είχαν «εθνικό» χρώμα. Συμπτωματικά, οι ίδιοι οι όροι της αναμέτρησης του Μαΐου του 2014 ενισχύουν την προοπτική αναδιάταξης του ευρωπαϊκού πολιτικού χάρτη, καθώς η Συνθήκη της Λισσαβόνας προωθεί τη δημιουργία πιο συνεκτικών ευρωπαϊκών σχηματισμών από τις χαλαρές ευρωκοινοβουλευτικές ομάδες. Στο έδαφος αυτό διαγράφεται η ανησυχητική ανάδυση ενός ισχυρού αντιδραστικού άξονα στον ευρωπαϊκό Βορρά, ο οποίος εκτείνεται από την παραδοσιακή άκρα δεξιά (Γαλλία) έως τις σύγχρονες εκδοχές του εθνικού ευρωσκεπτικισμού (Μ. Βρετανία).

Λίνα Μανουσογιαννάκη
Στον αντίποδα του αντιδραστικού ευρωσκεπτικισμού, το κείμενο του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να τονίσει τη δυνατότητα μιας προοδευτικής εναλλακτικής πρότασης, η οποία θα μετασχηματίσει την αγανάκτηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε προοπτική διεξόδου από την κρίση. Παρ’ όλη την επιμονή στη δυνατότητα της αριστεράς να «φτιάξει μια καλύτερη Ευρώπη» το κείμενο αποτυγχάνει να περιγράψει αυτό το κινητοποιητικό όραμα. Ο λόγος που αποτυγχάνει δεν οφείλεται στην έλλειψη ριζοσπαστικότητας της ευρωπαϊκής αριστεράς ή στην κοινοτοπία των διατυπώσεων γύρω από τις καταστροφικές συνέπειες της κρίσης, αλλά στην αδυναμία του Αλέξη Τσίπρα να συνοψίσει πειστικά την εναλλακτική πρόταση με όρους ρήξης με το παρόν. Αντίθετα, ο πυρήνας του κειμένου εγκλωβίζεται σε μια παλινδρόμηση μεταξύ του ενοχλητικού παρόντος και του καθησυχαστικού παρελθόντος: «η Ευρώπη [μπορεί] να σταματήσει τη σοκαριστική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναμορφώνοντας το κράτος, αποκαθιστώντας την ανάπτυξη και δημιουργώντας υψηλής ποιότητας, σταθερές θέσεις εργασίας, με τις πρόνοιες που ιστορικά συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου». Αν ήταν ζήτημα διατύπωσης, δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία. Ο τόνος όμως του Αλέξη Τσίπρα αντιστοιχεί σε μία γενικευμένη επιστροφή της Ευρωπαϊκής αριστεράς στο παρελθόν. Παγιδευμένη στην ιστορία η ευρωπαϊκή αριστερά προσπαθεί να περιγράψει τη ρήξη με το παρόν καταφεύγοντας σε σχήματα ιστορικών αναλογιών και σκιαγράφησης του μέλλοντος μέσω του οικείου παρελθόντος. Στην τελευταία σύνοδο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς στη Μαδρίτη διαδοχικές αναφορές σε «ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ», σε «ένα νέο New Deal», στην «πρόταση διοργάνωσης ενός Ευρωπαϊκού Συνεδρίου για το Χρέος όπως αυτό του Λονδίνου του 1953» και η νοσταλγία του «Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου» φάνηκαν να επιβεβαιώνουν τον αστεϊσμό του Γιώργου Σταθάκη ότι το οικονομικό πρόγραμμα της αριστεράς είναι «η έκθεση Πόρτερ του 1947».

Οι συστηματικές αναφορές στο σχεδίου Μάρσαλ προσφέρονται για έναν παρενθετικό προβληματισμό σχετικά με την απροβλημάτιστη ενσωμάτωση της γενέθλιας πράξης του Ψυχρού Πολέμου στη ρητορική της ευρωπαϊκής αριστεράς. Ταυτόχρονα, στο πεδίο των εγχώριων εντυπώσεων είναι αξιοσημείωτη η βαθμιαία μεταβολή του παραδείγματος από το έμπλεο πάθους «νέο ΕΑΜ» του πρώιμου αντιμνημονιακού μετώπου στην κατά τι πιο διαχειριστική «έκθεση Πόρτερ». Τέλος, η αναβάθμιση του μεταπολεμικού κοινωνικού μοντέλου σε πρότυπο για τη μελλοντική έξοδο από την κρίση δημιουργεί μια τεράστια αντίφαση: η αριστερά του 21ου αιώνα εμφανίζεται να υπερασπίζεται μια παράδοση, τη στιγμή που έχουν οριστικά εκλείψει όλοι οι ιστορικοί παράγοντες που την είχαν καταστήσει δυνατή: τα συνεκτικά εργατικά συνδικάτα, η ηγεμονία του κεϋνσιανισμού, οι οικονομικοί όροι της μεταπολεμικής ανάπτυξης και η ύπαρξη μιας φαινομενικά ισοδύναμης εναλλακτικής πρότασης στην ευρωπαϊκή Ανατολή με κέντρο τη Μόσχα.




Λίνα Μανουσογιαννάκη

Όλα αυτά όμως παρά τη σημασία τους είναι επιμέρους ζητήματα μπροστά στο κύριο: τον εγκλωβισμό της αριστεράς στην ιστορία. Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά κάποιες τάσεις ή πρόσωπα εντός της αριστεράς. Εκτείνεται από τις πιο διαχειριστικές της πτέρυγες, οι οποίες νοσταλγούν το απολεσθέν κοινωνικό συμβόλαιο που εξασφάλιζε την απρόσκοπτη κοινωνική τους ευημερία, έως τις πιο ριζοσπαστικές που ανασύρουν από τον ιστορικό τσελεμεντέ ανάλογες «στιγμές» –επιλέξτε ελεύθερα μεταξύ 1917, 1936, 1968, 1973 κ.ο.κ.– για να αναζητήσουν διδάγματα για το παρόν και να αντλήσουν έμπνευση για το μέλλον. 

* * *

Στη διαδρομή της αριστεράς μέσα στον χρόνο η επίκληση της ιστορίας αποτέλεσε κύριο στοιχείο ιδεολογικής –και ψυχικής– συγκρότησης. Η πεποίθηση ότι ο ιστορικός χρόνος εκδιπλώνεται γραμμικά προετοιμάζοντας μέσα από τις διαδοχικές «εποχές» την έλευση της επαναστατικής στιγμής, η οποία θα οριοθετούσε τη μετάβαση από την προϊστορία στην ιστορία της ανθρωπότητας, παρήγαγε μια εκθαμβωτική παράδοση εμπιστοσύνης στην ιστορική εξέλιξη.[2] Οι πολιτικές και κοινωνικές πρωτοπορίες του 19ου και του 20ού αιώνα στηρίχτηκαν στην αναμονή της ωρίμανσης των συνθηκών, της υπομονετικής προεργασίας για την ευλογημένη ώρα της ιστορικής ρήξης, της πίστης στον επικείμενο και προδιαγεγραμμένο κοινωνικό μετασχηματισμό που αντιστοιχούσε σε επιστημονικά θεμελιωμένα στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης. Οι απολογίες των επαναστατών στα παγκόσμια στρατοδικεία, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου, αποτυπώνουν τη βαθιά πίστη στην ιστορία: τη βεβαιότητα ότι οι θυσίες, και οι ήττες, του παρόντος συνιστούν το προανάκρουσμα της νομοτελειακής επιτάχυνσης του ιστορικού χρόνου. Οι ακροτελεύτιες λέξεις της απολογίας του Φιντέλ Κάστρο το 1953, «καταδικάστε με. Δεν έχει σημασία. Η Ιστορία θα με δικαιώσει», συμπυκνώνουν τον κινητοποιητικό ρόλο της ιστορίας στη συγκρότηση του επαναστατικού βολονταρισμού και την πεποίθηση των επαναστατών ότι η εμπρόθετη δράση τους επιτάχυνε την ατμομηχανή της ιστορίας προς τον επιθυμητό, και αντικειμενικά αναπόδραστο, στόχο.

Οι παρατηρήσεις αυτές όσο και αν φαντάζουν έκκεντρες προσφέρουν τη δυνατότητα να σκεφτούμε πάνω σε έναν καθοριστικό μετασχηματισμό: η αριστερά του 21ου αιώνα περιγράφει το μέλλον όχι επικαλούμενη πλέον τη νομοτέλεια της ιστορίας, αλλά αντιστρόφως μέσα από τη νοσταλγία του παρελθόντος. Τι έχει μεσολαβήσει; Αναμφίβολα μια πρώτη απάντηση εδράζεται στη χειραφέτηση της αριστεράς από τις αδήριτες βεβαιότητες γύρω από την ιστορική εξέλιξη όπως είχαν διαμορφωθεί, και διαστρεβλωθεί, μέσα στον 20ό αιώνα. Η χειραφέτηση αυτή υπήρξε κύριο παρεπόμενο του τέλους του Ψυχρού Πολέμου. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης όχι μόνο απονομιμοποίησε τις βεβαιότητες της δογματικής αριστεράς, αλλά συμπαρέσυρε τις ανάλογες των εναλλακτικών, αντιπολιτευτικών ρευμάτων που προσέβλεπαν σε μια νέα επαναστατική διαδικασία και για τον λόγο αυτόν χαιρέτιζαν με ενθουσιασμό κινήματα όπως της Αλληλεγγύης στην Πολωνία. Το 1991, το τελευταίο έτος του 20ού αιώνα, εκτός από τις ορατές πολιτικές συνέπειες για την αριστερά, οριοθετεί και το τέλος των προσδοκιών γύρω από τη νομοτελειακή ιστορική εξέλιξη των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Η αριστερά λοιπόν του 21ου αιώνα, απαλλαγμένη από το βάρος της ιστορικής προσδοκίας, φαίνεται να επανασυνδέεται με την καταχωνιασμένη ρήση του Μαρξ «η ιστορία δεν κάνει τίποτα». Αυτή η εξέλιξη που φαντάζει αρχικά χειραφετητική οδήγησε όμως σε έναν νέο, διαφορετικού τύπου, καταναγκασμό: αποστερημένη από την πίστη της νομοτελειακής εξέλιξης, η αριστερά αναζητά έμπνευση στην ιστορία με τη μορφή της νοσταλγίας για τον οριστικά απολεσθέντα παράδεισο, είτε με τη μορφή του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα είτε με τη μορφή του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους που μας διαμόρφωσε – βιολογικά, ψυχολογικά και διανοητικά.


Δεν πρόκειται για ζήτημα επαναστατικότητας ή ρεφορμισμού. Πρόκειται για το αδιέξοδο της ριζοσπαστικής σκέψης, η οποία αδυνατεί να φανταστεί το μέλλον με όρους ριζικά διαφορετικούς από αυτούς εντός των οποίων διαμορφώθηκε. Η αριστερά μετά το 1989/1991 αποδέχτηκε ότι ο ρόλος της θα εξαντλείται στην άρθρωση κοινωνικής κριτικής από την άκρη του πολιτικού φάσματος και ικανοποιήθηκε –στην εγχώρια εκδοχή της– από την επαρκή κοινωνική και εκλογική της αναπαραγωγή. Σε μια εποχή περιορισμένων προσδοκιών, η ενατένιση του μέλλοντος μετατράπηκε σε μια χιλιαστική προφητεία, η οποία εξυπηρετούσε τη συνοχή των χαρούμενων πιστών, παρότι ακόμα και οι ίδιοι στο περιθώριο της επίσημης κομματικής ρητορικής κορόιδευαν μεταξύ τους τη μεταφυσική πλέον αναμονή της «επαναστατικής στιγμής». Το «σύντροφοι, ευτυχώς ηττηθήκαμε» δεν αφορούσε μόνο τους πολυάριθμους «πρώην», αλλά διαπερνούσε την ίδια την ανασυγκρότηση των υπολειμμάτων τις ιστορικής εμπειρίας του 20ού αιώνα.


Λίνα Μανουσογιαννάκη

Η παροντική κρίση, και η εν γένει αμφισβήτηση της ηγεμονίας που διαμορφώθηκε μετά το 1991, αιφνιδίασε την αριστερά και εντέλει επιβεβαίωσε τη λαϊκή ρήση «να προσέχεις τι εύχεσαι, γιατί μπορεί να σου συμβεί». Τα μεγάλα γεγονότα ήρθαν, αποκαλύπτοντας όμως ταυτόχρονα τις ανεπάρκειες της αριστεράς στο ερώτημα ενός εναλλακτικού πολιτικού προγράμματος. Η αριστερά του 21ου αιώνα εμφανίζεται σήμερα να περιγράφει την κρίση ως ιστορικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού και την ίδια στιγμή να υπονοεί τη δυνατότητα επιστροφής στην κανονικότητα που διαμόρφωσε το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Η αντίφαση αυτή υποσκάπτει τη δυνατότητα προβληματισμού και διατύπωσης οραματικών στόχων που θα υπερβαίνουν τη στενή διαχείριση, πάνω στις ταυτόχρονες μεταβάσεις και τους μετασχηματισμούς του κυρίαρχου οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα ριζοσπά
στης για να αναρωτηθεί κατά πόσο βρισκόμαστε εντός του τέλους μιας ιστορικής εποχής. Τον Ιούλιο του 2013 το περιοδικό New York παρουσίασε στο ευρύ κοινό τις σκέψεις ενός γηραιού οικονομολόγου, ονόματι Robert Gordon, ο οποίος ισχυρίζεται ότι βιώνουμε το οριστικό τέλος της εποχής της βιομηχανικής επανάστασης, καθώς καμία τεχνολογική ή άλλη μεταβολή εξέλιξη δεν μπόρεσε να ανανεώσει την ασθμαίνουσα δυναμική του δυτικού καπιταλισμού. Με τα λόγια του αρθρογράφου: «Η πρώτη και η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση δεν έχουν προηγούμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ποιος μπορεί λοιπόν να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι θα συμβεί ξανά κάτι ανάλογο; Η ύφεση επομένως της παγκόσμιας οικονομίας την οποία βιώνουμε από το 2008 ίσως να μην είναι απλώς το αποτέλεσμα της φούσκας των ακινήτων ή της ακραίας περιπλοκότητας και της υπερεπέκτασης των χρηματοπιστωτικών αγορών, ή το γενεακό τραύμα που προκαλεί η συνταξιοδότηση των baby boomers, αλλά αντίθετα μια μικρή πρόγευση μιας πολύ ευρύτερης μεταβολής, η αργή εκπνοή ενός γεγονότος μοναδικού στην ιστορία. Ίσως η σπασμωδική ανάκαμψή μας μετά την κρίση να μη συνιστά απόκλιση».[3]

Το ερώτημα κατά συνέπεια της εποχής μας δεν είναι κατά πόσο η αριστερά είναι ικανή να περιγράψει τις συνέπειες της κρίσης –μια τακτική που έχει εξαντλήσει το ενδιαφέρον της, εφόσον άπαντες συμφωνούν– αλλά κατά πόσο θα μπορέσει να συνταιριάξει τη χειραφέτησή της από τις νομοτελειακές αναμονές του μέλλοντος με τη σκιαγράφηση ενός μέλλοντος ριζικά διαφορετικού από τις παρούσες συνθήκες. Πρόκειται για μια σύνθεση εξαιρετικά δύσκολη, η οποία προσκρούει σε υπαρκτές αδυναμίες, παραδόσεις ετών και κυρίως στον δυσεπίλυτο κόμπο από τη σύζευξη του ουτοπικού εγχειρήματος και της δυστοπικής εξέλιξης του 20ού αιώνα. Ταυτόχρονα όμως είναι η αναγκαία συνθήκη για μια αριστερά η οποία θα μπορεί να παράξει εκείνο το κινητοποιητικό όραμα που αναγνωρίζει το βάθος των μετασχηματισμών και αναγνωρίζει σε αυτούς τη δυνατότητα ενατένισης ενός ριζικά διαφορετικού μέλλοντος. Η υπόθεση αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τις ηγεσίες και τους υπάρχοντες σχηματισμούς της αριστεράς. Οι μυλόπετρες της συνείδησης –το παρελθόν και το παρόν– έχουν μέχρι στιγμής γεννήσει έναν κατακερματισμένο γαλαξία κοινωνικής κριτικής αποδεσμευμένο από τις απαιτήσεις των κανονιστικών εγχειριδίων, των στρατεύσεων που δεν φαίνεται να παράγουν νόημα και των μεγαλόστομων διακηρύξεων που συγκινούν μόνο τους αφελείς. Τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της γενιάς της μετάβασης, που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις συνέπειες της κρίσης, έχουν παραμερίσει τη νοσταλγία του παρελθόντος, την προσκόλληση στα τοτέμ του κινήματος και την αφόρητη ρητορική για τα «όνειρα» που χάνονται στους καιρούς της ύφεσης. Με τον τρόπο της και αυτή η στάση είναι παγιδευμένη στην ιστορία, καθώς αντικαθιστά τη νοσταλγία του παρελθόντος με την επίγνωση της ιστορικής ήττας του χειραφετητικού οράματος. Η προκαταβολική απαξίωση του μέλλοντος και η κυνική υποτίμηση των δυνατοτήτων του –η δημοφιλία του νεολογισμού «σταλεγάκιας» στις τάξεις μας είναι ενδεικτική– παράγει μια παραλυτική καθήλωση με σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις.[4] Και όμως. Η ανασύνθεση της ουτοπικής σκέψης του 21ου αιώνα έχει μάλλον περισσότερα να κερδίσει από τον σκεπτικισμό έναντι της ιστορίας, παρά από τη διαρκή αναπόλησή της. Αρκεί οι φιλοδοξίες των σκεπτικιστών να μην περιορίζονται στην επιβεβαίωση των δυσοίωνων προβλέψεών τους.

* * *

Σημειώσεις

1. Alexis Tsipras, «Austerity is wreaking havoc, but the left can unite to build a better Europe», εφ. The Guardian, 27.11.2013.^
2. Για το θέμα: Αντώνης Λιάκος, Αποκάλυψη, Ιστορία και Ουτοπία: οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης, Πόλις, Αθήνα 2011.^
3. Benjamin Wallace-Wells, «The Blip», New York, 21.7.2013.^
4. Βλ. Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας, Ξερόλας vs. Σταλεγάκια, http://aimof.blogspot.com/2008/03/jer.html.^

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΛΕΥΓΑ, 13, Χειμώνας 2014, http://www.levga.gr/2014/02/blog-post_17.html

Saturday, 23 July 2011

No, thanks!


Δήλωση Αντιστασιακών 1967-1974. 
Αποχή από τη δεξίωση στο Προεδρικό, καμία νομιμοποίηση στην οικονομική δικτατορία

22-07-2011

Όσοι και όσες υπογράφουμε αυτό το κείμενο δεν υπήρξαμε υποτελείς στη χούντα των πραξικοπηματιών συνταγματαρχών. Αγωνιστήκαμε εναντίον τους με το βλέμμα στους αγώνες και τις θυσίες του ελληνικού λαού κατά τη διάρκεια της νεότερης Ιστορίας για Ελευθερία, Δημοκρατία και κοινωνική Δικαιοσύνη. Υπερασπιζόμενοι τις αξίες και τα οράματά μας, υποστήκαμε τις συνέπειες: φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια. Δεν υπήρξαμε και δεν θα γίνουμε ποτέ υποτελείς τυραννικών καθεστώτων, ακόμα κι αν αυτά φέρουν τον ψευδεπίγραφο τίτλο «Δημοκρατία». Μας είναι αδιανόητο να αγνοήσουμε τους καθημερινούς αγώνες των εκατοντάδων χιλιάδων οικονομικά και πολιτικά λεηλατημένων Ελλήνων, που έπεσαν θύματα ενός διεφθαρμένου και απαξιωμένου πολιτικού συστήματος, το οποίο εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται ως «δημοκρατία». Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα δεσμά που, με την απόλυτη και απαράγραπτη ευθύνη των κυβερνώντων και των ύπατων θεσμικών εκφραστών του πολιτεύματος, χαλκεύονται σήμερα για τη χώρα τα δεινά που οι αποφάσεις των κυβερνητών επιφυλάσσουν στον λαό.


Θεωρούμε απαρέγκλιτη δημοκρατική μας υποχρέωση να αντισταθούμε στις αντισυνταγματικές και πολιτικά επικίνδυνες μεθοδεύσεις που μετατοπίζουν την έδρα της πολιτικής νομιμότητας από το Κοινοβούλιο στις «αγορές». Μεθοδεύσεις που υποθηκεύουν το αύριο της χώρας και τα κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού λαού, κατεδαφίζουν τις κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις των παλαιών και υπονομεύουν το μέλλον των νέων.

Η δημοκρατική συνείδηση και το αίσθημα δικαίου μάς απαγορεύουν να συμμετάσχουμε σε μια εκδήλωση κενή περιεχομένου, επίφαση δημοκρατικής ευαισθησίας, ανούσια παράσταση δήθεν πολιτικής συναίνεσης και κοινωνικής ομοψυχίας, όπως, δυστυχώς, καταλήγει να είναι το δυσοίωνο τούτο έτος 2011 η προεδρική δεξίωση της 24ης Ιουλίου «για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας».

Οι υπογράφοντες δηλώνουμε την αντίθεσή μας σε οποιαδήποτε απόφαση συμμετοχής στην προεδρική δεξίωση της 24ης Ιουλίου 2011 και στην κατʼ επίφαση απόδοση τιμών στους αντιδικτατορικούς αγωνιστές της περιόδου 1967 – 1974. Αρνούμαστε να προσφέρουμε νομιμοποίηση στην οικονομική δικτατορία που εξυφαίνεται σε βάρος του λαού. Αρνούμαστε τη μετάλλαξη της χώρας μας σʼ αυτό που εμείς ονομάζουμε «ασήμαντη» δημοκρατία
.
Αθανασίου Θανάσης, Αναστασίου Ιωσήφ, Βασιλειάδης Γιάννης, Βλάσσης Πέτρος, Γεωργούλας Μπάμπης, Γιαραλή Μαργαρίτα, Γιούργος Κωστής, Δαρειώτης Μίμης, Δεμουρτζίδης Βασίλης, Θεοφυλακτοπούλου Μπούλη, Καϊσίδης Παναγιώτης, Καζλάρης Τάσος, Καλαφάτης Θανάσης, Καλλέργη Μαρία, Κλαυδιανός Παύλος, Κοβάνης Μπάμπης, Κοκοζίδης Γρηγόρης, Κωσταράκος Δημήτρης, Κωτούλας Βασίλης, Μαργαρίτης Αντώνης, Μαστροδήμος Δημήτρης, Μανιός Νίκος, Μηταφίδης Τριαντάφυλλος, Μπαλαούρας Μάκης, Μπαλάφας Γιάννης, Μπανιάς Γιάννης, Πίττακα Μάγδα, Ρεκλείτης Χρήστος, Σαγιάς Γιώργος, Σακέττας Σπύρος, Σταματάκης Γιάννης, Σταματάκης Νικηφόρος, Στεφανίδου Έλλη, Στρατής Γιάννης, Συρμαλένιος Νίκος, Τερζής Περικλής, Τζεμπελίκου Πόπη, Τσαγκρής Νίκος, Τσαουσίδης Κλέαρχος, Φατούρου-Δούμα Ελένη, Χρυσανθόπουλος Νίκος
Η ΑΥΓΗ, 22/7/2011

Thursday, 30 June 2011

Μνημόνιο



τὰ µὲν οὖν µέλλοντα οὐδεὶς ἐφορᾷ, τὰ δὲ νῦν ἑστῶτα οἰκτρὰ µὲν ἡµῖναἰσχρὰ δε ἐκείνοις



το μέλλον κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει,
ό, τι έγινε είναι οικτρό για μας
και για κείνους αίσχος
Σοφοκλέους, Τραχίνιαι

Wednesday, 13 June 2007

La Mission Laïque Française à Thessalonique.


Photo © Cathy Cunliff 2006



H Γαλλική Λαϊκή Aποστολή στη Θεσσαλονίκη.




Είμαστε κοσμικοί ιεραπόστολοι
Βολταίρος

H έννοια της laïcité αναλύθηκε, για πρώτη ίσως φορά σε ευρύ κοινό στη Θεσσαλονίκη, το φθινόπωρο του 1907, σε μια διάλεξη στο θέατρο που υπήρχε δίπλα στον Λευκό Πύργο. Το ακροατήριο ήταν «πολυπληθές και διεθνές» (1). Ο ομιλητής, ο γάλλος Αlphonse Aulard, καθηγητής στη Σορβόννη στην έδρα Ιστορίας της Γαλλικής Επανάστασης, δεν είχε έλθει στη Θεσσαλονίκη να μιλήσει για το κύριο επιστημονικό του αντικείμενο, αλλά υπό μιαν άλλη ιδιότητα: αυτήν του προέδρου της Mission Laïque, της γαλλικής «Λαϊκής Αποστολής», που από το 1906 είχε εγκατασταθεί στην πόλη. Τι σημαίνει, και τι σήμαινε για τους Θεσσαλονικείς της εποχής, το σύνθετο όνομα Mission Laïque, που οι δύο του όροι εκ πρώτης όψεως φαίνονται να αντιφάσκουν μεταξύ τους;

Η ευρωπαϊκή κουλτούρα του 17ου αιώνα επινόησε τον όρο «mission», που σήμαινε αρχικά ιεραποστολή. Μισιονάριος είναι ο ιεραπόστολος, καθολικός ή προτεστάντης, φιγούρα οικεία στο τοπίο της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Εγγύς Ανατολής. Αποστολή του είναι ο προσηλυτισμός των «αλλοδόξων» στο δόγμα που ο ίδιος με ζήλο υπηρετεί, ανεξάρτητα αν αυτοί είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, εβραίοι, μουσουλμάνοι ή ο,τιδήποτε άλλο. Από την άλλη, η λέξη «laïc» προέρχεται από την ελληνική λέξη «λαϊκός», αλλά με την ειδική σημασία που προσλαμβάνει όταν θέλει να καταδηλώσει τον «μη κληρικό», τον «κοσμικό». Σύμφωνα με τον ορισμό του Renan, «laïcité» σημαίνει το κράτος που στέκει ουδέτερο απέναντι στις θρησκείες.

Μια ιεραποστολή λοιπόν «λαϊκή», «κοσμική», «μη θρησκευτική», ή ακόμα καλύτερα «ουδετερόθρησκη» υπηρετούσε ο γάλλος ομιλητής. Στην διάλεξή του τόνισε ότι η «Λαϊκή Αποστολή» επιδιώκει να διαδόσει τις ιδέες της σύγχρονης Γαλλίας, την επιστημονική μέθοδο της έρευνας και τις επιστημονικές γνώσεις, την ανεκτικότητα, την ομόνοια, την αδελφότητα, τη φιλαλληλία και να συντελέσει στη μόρφωση του λαού. Υπογράμισε δε με ιδιαίτερη έμφαση ότι η Γαλλική Λαϊκή Αποστολή «αποφεύγει και αποτροπιάζεται τον προσηλυτισμό»(2).

Τι το καινούργιο λοιπόν επαγγελόταν αυτή η «Αποστολή» στην υπό οθωμανική κυριαρχία Θεσσαλονίκη των αρχών του 20ού αιώνα;

Η γαλλική Mission Laϊque γεννήθηκε στις 8 Ιουνίου του 1902 με πρωτοβουλία του Pierre Deschamps, τρία χρόνια πριν τη νομοθέτηση του χωρισμού εκκλησίας και κράτους στην Γαλλία (3). Ως μη κερδοσκοπικό σωματείο δημοσίας ωφελείας είχε σκοπό «τη διάδοση της γαλλικής γλώσσας στις αποικίες και στο εξωτερικό». Στο καταστατικό της διευκρινίζεται ρητά ότι στα σχολικά ιδρύματα που θα ιδρύσει ή θα αναλάβει την ευθύνη τους «απαγορεύεται κάθε είδους θρησκευτικός προσηλυτισμός». Ο Deschamps, παλαιός μαθητής της École Normale Supérieure του Σαιν Κλου, αποσπάσθηκε το 1898 στη Μαδαγασκάρη που δύο χρόνια πριν είχε γίνει γαλλική αποικία. Επιφορτισμένος με την οργάνωση της δημόσιας και τον έλεγχο της ιδιωτικής εκπαίδευσης, ήλθε γρήγορα αντιμέτωπος με τα πρακτικά αλλά και ηθικά διλήμματα που έθετε η εισαγωγή των μεθόδων του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος σε μια χώρα και σε ένα πληθυσμό με πολιτισμικές παραδόσεις, αξίες και νοοτροπίες τόσο διαφορετικές από αυτές της μητροπολιτικής Γαλλίας. Ο Deschamps γρήγορα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εκπαίδευση, στις γαλλικές αποικίες και σε χώρες εκτός Γαλλίας, θα πρέπει να έχει ως αφετηρία τη συνύπαρξη και τον διάλογο ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, τη γαλλική και την ιθαγενή εν προκειμένω, σε ένα πλαίσιο συνύπαρξης και αμοιβαιότητας και όχι κυριαρχίας ή αφομοίωσης.

Πολλοί είναι εκείνοι που θα ενστερνιστούν το φιλόδοξο όραμα του Deschamps και θα συμβάλουν στο να πάρει σάρκα και οστά. Πολλοί από αυτούς ανήκουν στον Eκπαιδευτικό Σύνδεσμο (Ligue de l’enseignement), είναι τέκτονες της στοάς Grand Orient de France (4), μέλη ή οπαδοί του κόμματος των Pιζοσπαστών (Radicaux). Tο 1902 ιδρύεται το Ανώτατο Διδασκαλείο (École Normale) Jules-Ferry στο Παρίσι με σκοπό την κατάρτιση εκπαιδευτικών που προορίζονται να διευθύνουν και να λειτουργήσουν εκπαιδευτικά ιδρύματα που είναι είτε δημόσια σχολεία των αποικιών, είτε σχολεία του εξωτερικού τα οποία θα ιδρύσει ή θα θέσει υπό την αιγίδα της η Μisssion Laϊque. Oι εκπαιδευτικοί αυτοί θα εκπαιδεύσουν με τη σειρά τους ντόπιους δασκάλους στις χώρες που θα λειτουργήσουν τα πιο πάνω σχολεία.

Aπό το 1906 η Μisssion Laϊque στρέφει την προσοχή της στην Oθωμανική Aυτοκρατορία. Eκεί έχει να αντιμετωπίσει ως δυνητικούς ανταγωνιστές τα γαλλικά σχολεία των καθολικών ιεραποστολών (Λαζαριστές, Φρέρηδες, Ιησουΐτες) τα οποία εξαιρέθηκαν από τον νόμο περί χωρισμού εκκλησίας και κράτους του 1905. Παρόλο που αυτά τα σχολεία ασκούν προσηλυτισμό, συνεχίζουν να έχουν την υποστήριξη της 3ης Δημοκρατίας, διότι συμβάλλουν στην επέκταση της γαλλικής επιρροής. Τον Απρίλιο του 1906 η Μission, μετά από πρόσκληση του γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών, στέλνει τον Γενικό της Γραμματέα Maurice Kuhn να διερευνήσει τις πιθανότητες αναδιοργάνωσης της εκπαίδευσης στα μη θρησκευτικά γαλλικά σχολεία της Θεσσαλονίκης.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσα της Μακεδονίας, είναι το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό λιμάνι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μεγάλο διαμετακομιστικό και εμπορικό κέντρο. Ήδη από το 1888, με μια διακλάδωση της γραμμής του Orient Express, η πόλη συνδέεται σιδηροδρομικά με την Κεντρική και τη Δυτική Ευρώπη. Το ταξίδι από τη Θεσσαλονίκη στο Παρίσι διαρκεί τρεις μέρες (5). Ο πληθυσμός της πλησιάζει τους 160.000 κατοίκους από τους οποίους περίπου 70.000 είναι Εβραίοι, 35.000 μουσουλμάνοι Τούρκοι, 30.000 Έλληνες και 25.000 Βούλγαροι (6). Σύμφωνα με τον πρόξενο της Γαλλίας, στη δεκαετία του 1880, από τους 6.000 περίπου ξένους που υπήρχαν στην στην πόλη, η γαλλική παροικία αριθμούσε μόνο 112 άτομα. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν οι προξενικοί υπάλληλοι και οι οικογένειές τους και 20 περίπου «προστατευόμενοι» που καταγράφονται στα αρχεία του προξενείου. Στους «Φράγκους» της Θεσσαλονίκης κυριαρχούσαν οι Ιταλοί (1.284), στους οποίους ανήκαν οι πιο εύρωστοι εμπορικοί οίκοι της πόλης (7).

Mέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1880, τα ιταλικά ήταν η περισσότερο ομιλούμενη ξένη γλώσσα στη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, την επόμενη δεκαετία θα υπερτερήσουν τα γαλλικά, έτσι ώστε στη δύση του 19ου αιώνα να έχουν γίνει η lingua franca μιας πολυεθνικής και πολύγλωσσης πόλης όπoυ συνυπάρχουν τα εβραιοϊσπανικά, τα ελληνικά, τα τουρκικά και τα βουλγαρικά (8). Την περίοδο αυτή περίπου 40 εφημερίδες και περιοδικά της Θεσσαλονίκης εκδίδονται στα γαλλικά. Γλώσσα της καλλιεργημένης ελίτ, της διπλωματίας, του εμπορίου, της γαστρονομίας και της μόδας, τα γαλλικά διδάσκονται στα περισσότερα από τα 100 (εβραϊκά, ελληνικά, τουρκικά, βουλγαρικά, αρμενικά) σχολεία της πόλης, όπου περίπου 6.000 αγόρια και κορίτσια μαθαίνουν τη γλώσσα του Bολταίρου. Στα καθολικά γαλλικά σχολεία των Φρέρηδων (École de Saint Vincent de Paul, Jean Baptiste De la Salle), των Aδελφών του Eλέους (Filles de la Charité ―γνωστό και ως Καλαμαρί), στην Eνοριακή Σχολή (École paroissiale) και στο σχολείο των Λαζαριστών στο Ζεϊτινλίκ φοιτούν συνολικά περισσότεροι από 400 μαθητές. Mαζί με τη γαλλοφωνία, η γαλλοφιλία κερδίζει συνεχώς έδαφος. Σημαντική είναι η επιρροή των σχολείων της Alliance israélite universelle και της Alliance française.

Όταν φτάνει στη Θεσσαλονίκη ο Maurice Kuhn την άνοιξη του 1906, η κατάσταση που αντιμετωπίζει σε τρία υφιστάμενα μη θρησκευτικά γαλλικά σχολεία, είναι απογοητευτική. Μια εμπορική σχολή, ένα λύκειο αρρένων και ένα δευτεροβάθμιο σχολείο θηλέων (cours secondaire de jeunes filles) φυτοζωούν, ελλείψει πόρων και στήριξης. Mε τη βοήθεια του προξένου και προσωπικοτήτων της πόλης που συγκροτούν τοπική επιτροπή της Aποστολής, τα τρία αυτά σχολεία εκχωρούνται από τους ιδιοκτήτες τους και περιέρχονται στη Mission laïque. Τον Αύγουστο του 1906 ο Maurice Kuhn ορίζεται διευθυντής των σχολείων τα οποία στη συνέχεια θα συνενωθούν υπό την επωνυμία Lycée Français. Αποφασίζεται η αγορά οικοπέδου στη συνοικία Χαμηδιέ επί της Λεωφόρου Αυτοκρατορικού Στρατού (στη συμβολή της Λεωφόρου Στρατού και τη οδού Ευζώνων) και ζητείται άδεια για την ανέγερση του κτιρίου που θα τα συστεγάσει. To 1907 δίνεται η αυτοκρατορική άδεια (φιρμάνι) και αρχίζουν οι εργασίες κατασκευής.

Στο μεταξύ σημειώνονται οι πρώτες επιτυχίες. Ήδη στο πρώτο έτος λειτουργίας του (1906-1907) το “Λυσέ” αριθμεί συνολικά 400 περίπου μαθητές και μαθήτριες. Το λύκειο αρρένων έχει 9 τάξεις εκ των οποίων δύο προπαρασκευαστικές. Οι επόμενες τέσσερις αποτελούν τον πρώτο κύκλο σπουδών και ακολουθούν άλλες τρείς (δεύτερος κύκλος). Με το απολυτήριο του δεύτερου κύκλου σπουδών οι μαθητές μπορούν να δώσουν εξετάσεις μπακαλορεά που τους επιτρέπει την είσοδό τους στα γαλλικά και στα ξένα πανεπιστήμια. Στο λύκειο διδάσκονταν η γαλλική γλώσσα και φιλολογία, τα γερμανικά και τα τουρκικά ως υποχρεωτικά, τα ελληνικά, τα ιταλικά και τα αγγλικά ως προαιρετικά. Στα μαθήματα περιλαμβανόταν ηθική (αντί για θρησκευτικά), φυσική, χημεία, φυσική ιστορία, γεωγραφία, λογιστικά, ιχνογραφία, καλλιγραφία κ.ά. Η διδασκαλία των τουρκικών προσελκύει πολλούς μουσουλμάνους, που απαρτίζουν το ένα δέκατο του μαθητικού δυναμικού, γεγονός πρωτοφανές για ένα ξένο σχολείο της Θεσσαλονίκης.

Το σχολείο θηλέων είναι επτατάξιο, με δύο προπαρασκευαστικές τάξεις, τρείς τάξεις πρώτου κύκλου και δύο τάξεις δευτέρου κύκλου σπουδών. Με το πέρας του πρώτου κύκλου οι μαθήτριες μπορούν να δώσουν εξετάσεις για το δίπλωμα της νηπιαγωγού. Το δίπλωμα αυτό είναι απαραίτητο σε εκείνες, που αφού έχουν ολοκληρώσει τον δεύτερο κύκλο επιθυμούν να αποκτήσουν δίπλωμα δασκάλας δημοτικού. Στο σχολείο είναι προσαρτημένες και δύο τάξεις νηπιαγωγίου. Η εμπορική σχολή είναι επτατάξια, με δύο κύκλους σπουδών, τεσσάρων και τριών τάξεων αντίστοιχα. Έμφαση δίνεται, εκτός από τις ξένες γλώσσες και τα εβραιοϊσπανικά, στη λογιστική και στα μαθηματικά που προετοιμάζουν τους μαθητές για σταδιοδρομία σε επιχειρήσεις, τράπεζες ή ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Στο σχολείο υπάρχει και ενδιάμεση τάξη για όσους δεν έχουν αρκετές γνώσεις γαλλικών, με την αποπεράτωση της οποίας μπορεί κανείς να γραφτεί στον δεύτερο κύκλο σπουδών.

Παρά τον ανταγωνισμό των βουλγαρικών σχολείων που φημίζονται για τα εργαστήριά τους και των ακμαίων εμπορικών ελληνικών σχολείων, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Γαλλικής Λαϊκής Αποστολής ριζώνουν στην πόλη. Οι απονομές των βραβείων στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς τελούνται με λαμπρότητα, με σημαιοστολισμούς και ανάκρουση εθνικών ύμνων, προσελκύοντας πλήθος κόσμου. Η επιτυχία του εγχειρήματος είναι η απαρχή για τη δημιουργία ενός δικτύου σχολείων που θα επεκταθεί στη συνέχεια στην Αίγυπτο και την Εγγύς Ανατολή και αργότερα σε όλο τον κόσμο.

Το 1907 αποχωρεί από τη διεύθυνση του “Λυσέ” ο Κuhn. To 1908 o νέος διευθυντής, ο Cholet, ρίχνει την ιδέα να δημιουργηθεί, ως παράρτημα της εμπορικής σχολής, ένα εμπορικό μουσείο, το οποίο θα περιλαμβάνει και ένα πρακτορείο για τη δειγμάτιση γαλλικών προϊόντων. Στόχος του Μουσείου, πέρα από τον καθαρά εκπαιδευτικό, είναι η ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών με τη Γαλλία. Η έλλειψη ανταπόκρισης από τους γαλλικούς εμπορικούς οίκους και τα επιμελητήρια, με εξαίρεση αυτό του Μονπελιέ, αλλά και οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τους τοπικούς ανταγωνιστές, οδηγούν στην εγκατάλειψη του φιλόδοξου σχεδίου το 1909.

Στο μεταξύ, το 1908, έχει ξεσπάσει η Επανάσταση των Νεοτούρκων στη Θεσσαλονίκη. Οι δρόμοι της πόλης αντηχούν από το «Eμβατήριο της Eλευθερίας», που δεν είναι άλλο από τη Mασσαλιώτιδα, και από τις έξαλλες εκδηλώσεις του πλήθους. Σύντομα όμως την αρχική ευφορία διαδέχεται η ανησυχία καθώς τα σύννεφα των επερχόμενων βαλκανικών πολέμων πυκνώνουν. Το «Λυσέ» εγκαινιάζει το 1909 μαθήματα γαλλικής για ενηλίκους. Το 1912 τα νικηφόρα ελληνικά στρατεύματα μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη, που από το 1913 με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, ενσωματώνεται και επίσημα στο ελληνικό βασίλειο μαζί με ένα τμήμα της Μακεδονίας. Το 1914 θα εκραγεί ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, που βρίσκει την Ελλάδα διχασμένη ανάμεσα στην, ουσιαστικά φιλογερμανική, στάση ουδετερότητας του Βασιλιά Κωνσταντίνου και την πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου που ευνοεί την έξοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό της Entente.

Με την έναρξη του πολέμου οι πολυάριθμοι Σέρβοι εσωτερικοί μαθητές της Εμπορικής Σχολής του «Λυσέ» το εγκαταλείπουν και επιστρέφουν στην χώρα τους, που κλείνει τα σύνορά της. Τη χρονιά 1914-1915 οι εναπομείναντες μαθητές των σχολείων του «Λυσέ» είναι συνολικά 500. Πέντε από τους γάλλους καθηγητές έχουν ήδη κληθεί στα όπλα. Ελλείψει λυκειάρχη (Proviseur), οι καθηγητές αναλαμβάνουν τα καθήκοντα της διεύθυνσης και της διαχείρισης. Η Mission έχει και αυτή συστρατευτεί ολόψυχα στη συμμαχική πολεμική προσπάθεια. Στα έντυπά της της εποχής, ο αγώνας κατά των Κεντρικών Δυνάμεων περιγράφεται ως σύγκρουση του γαλλικού πολιτισμού (Civilisation) με τη Γερμανική Kultur, της δημοκρατίας με τη βαρβαρότητα και την τυραννία.

Η αποβίβαση του εκστρατευτικού σώματος της Στρατιάς της Ανατολής τον Οκτώβριο του 1915, με την ανοχή του Βενιζέλου, υπό τη γενική διοίκηση του γάλλου στρατηγού Sarrail, είναι καταλυτική για τη Θεσσαλονίκη, που βλέπει τον πληθυσμό της να διπλασιάζεται. Με διαδηλώσεις στον Λευκό Πύργο και με συνθήματα αντιβασιλικά, φιλογαλλικά και φιλοσυμμαχικά, το πλήθος απαιτεί την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο. Στο μεταξύ ο Sarrail έχει εγκαταστήσει το γενικό του επιτελείο στο «Λυσέ» της Λεωφόρου Στρατού, τα εργαστήριά του οποίου μετατρέπονται σε μικροβιολογικά εργαστήρια της Στρατιάς. Ωστόσο οι σχολικές δραστηριότητες στο κτίριο της Λεωφόρου Στρατού συνεχίζονται. Στις εξετάσεις για το μπακαλορεά στο «Λυσέ» πολλοί από τους εξεταστές είναι γάλλοι στρατιωτικοί, όπως μαρτυρούν φωτογραφίες του 1916.

Το 1916 ο Βενιζέλος, σε τελική ρήξη με το Παλάτι, εγκαθιστά στη Θεσσαλονίκη την Κυβέρνηση της Εθνικής Αμύνης και στέλνει 200.000 άνδρες στο μακεδονικό μέτωπο στο πλευρό των συμμάχων. Η κυβέρνησή του επιβάλλει στα γερμανικά σχολεία τη διδασκαλία των γαλλικών. Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 καταστρέφει το κέντρο της πόλης. Στην πυρίκαυστη ζώνη βρίσκεται και το δημοτικό σχολείο της Λαϊκής Αποστολής το οποίο θα φιλοξενηθεί σε στρατιωτικά παραπήγματα, στους κήπους απέναντι από το κτίριο του «Λυσέ» της Λεωφόρου Στρατού. Το Λύκειο γίνεται άσυλο για τις οικογένειες των πυροπαθών καθηγητών και μαθητών, νέων και παλαιών.

Γαλλικά κινηματογραφικά συνεργεία της Στρατιάς της Ανατολής καταγράφουν τα γεγονότα: στρατιωτικές ασκήσεις και παρελάσεις, επισκέψεις επισήμων, σκηνές από το μέτωπο, την πόλη στις φλόγες, αλλά και το ειρηνικό έργο της Στρατιάς με έντονη προπαγανδιστική διάθεση. Προσφυγόπουλα από την Ανατολική Μακεδονία εμφανίζονται να μαθαίνουν στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής, να διδάσκονται γαλλικά από στρατιωτικούς, να εφοδιάζονται με φάρμακα, τροφή και ρουχισμό, και ντυμένα με γαλλική στολή να χαιρετούν στρατιωτικά και να ζητωκραυγάζουν υπέρ της Γαλλίας. Την ίδια περίοδο εκδίδεται από τη Στρατιά στη Θεσσαλονίκη το περιοδικό Revue Franco-Macédonienne με πλούσια ύλη και ποικιλία θεμάτων. Στο τεύχος του Απριλίου 1917, ένας αρθρογράφος καταθέτει τον προβληματισμό του σχετικά με τις εκπαιδευτικές μεθόδους που εφαρμόζονται στα γαλλικά σχολεία της Θεσσαλονίκης.

Το ξεπατίκωμα της διδασκαλίας της ιστορίας και της γεωγραφίας, όπως τείνει να γίνεται κατά κόρον, από τα γαλλικά προγράμματα, είναι πράγματι μια ανωμαλία. Ξέρω καλά ότι υπάρχουν οι πιεστικές απαιτήσεις των εξετάσεων, τα θέματα των οποίων εισάγονται ως έχουν από τα γραφεία της οδού Grenelle στη Θεσσαλονίκη. Ξέρω καλά ότι υπάρχει η υποταγή στο εγχειρίδιο, που δεν έχει γραφτεί για τη νεολαία της Μακεδονίας, για την εθνολογική και θρησκευτική πολυπλοκότητα της περιοχής […] Είναι αυτονόητο ότι υπάρχουν όλα αυτά. Όμως άλλο τόσο είναι επιθυμητό να υπάρξει μια εργασία προσαρμογής στις μεθόδους και τα προγράμματα (9).

Στις αρχές του μεσοπολέμου, η μαζική εγκατάσταση των Μικρασιατών στη Θεσσαλονίκη (1922-1923) αλλάζει τη πληθυσμιακή σύνθεση αλλά και την όψη της πόλης που γίνεται για μια ακόμη φορά «Πρωτεύουσα των προσφύγων». Στην ήδη εδραιωμένη παρουσία του σχολείου της Λεωφόρου Στρατού έρχεται να προστεθεί αυτή του Λυκείου Θηλέων, στην περιοχή των Εξοχών, πιθανόν στους Κήπους του Βασιλέως Γεωργίου. Φωτογραφίες της δεκαετίας του 1920 μας δείχνουν σκηνές με παιδιά του δημοτικού και μαθήτριες του Λυκείου, σχολικές γιορτές, συσσίτια, ομαδικά αναμνηστικά πορτραίτα. Το 1930, με νόμο του ελληνικού κράτους, απαγορεύεται η φοίτηση παιδιών ελληνικής υπηκοότητας κάτω των 12 χρόνων σε ξένα σχολεία. Ωστόσο, ώς τα τέλη της δεκαετίας, ο αριθμός των μαθητών θα παρουσιάσει αύξηση. Τα βραδινά μαθήματα που προορίζονται για εργαζόμενους γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Η Mission αγοράζει από την οικογένεια Χατζηλαζάρου το οικόπεδο των Κήπων του Βασιλέως Γεωργίου, όπου θα ανεγερθεί το νέο κτίριο του Λυκείου Θηλέων. Στα 1937 η κατασκευή έχει ολοκληρωθεί.

Mε την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου 8 από τους 26 καθηγητές των σχολείων της Θεσσαλονίκης επιστρατεύονται. Στην ηττημένη Γαλλία, η κυβέρνηση του Βισύ δεν κρύβει την εχθρότητά της απέναντι στη Misssion Laïque. Με τη κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς το 1941 το κτίριο της Λεωφόρου Στρατού επιτάσσεται και μετατρέπεται σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Η εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα στρατόπεδα του Άουσβιτς και του Μπέργκεν Μπέλσεν σημαδεύει τραυματικά και την ιστορία του «Λυσέ», καθώς πολλοί από τους μαθητές του είναι ισραηλιτικού θρησκεύματος.

Με την αποχώρηση των Γερμανών και την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης τo 1944, το κτίριο της Λεωφόρου Στρατού βρίσκεται εν μέρει κατεστραμμένο. Χάρη σε μια έκτακτη επιχορήγηση του γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών το «Λυσέ» επανακατασκευάζεται και το 1946 θα λειτουργήσει ξανά, ως Μορφωτικό Ινστιτούτο, στο πρότυπο του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας. Το νεώτερο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης τελεί πλέον υπό την διπλή αιγίδα του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας και της Mission Laïque.

Kατά τη μετεμφυλιακή περίοδο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες πολλών παλαιών μαθητών, το Ινστιτούτο λειτούργησε ως ένας χώρος ζύμωσης ιδεών και ελεύθερης έκφρασης, σε χτυπητή αντίθεση με το ασφυκτικό κλίμα της εποχής. Ήδη από το 1950 λειτουργεί η «Amicale», η μορφωτική εταιρία των αποφοίτων του Γαλλικού Λυκείου, η οποία στις επόμενες δεκαετίες θα έχει έντονη παρουσία στην κοσμική ζωή και στα πνευματικά πράγματα της πόλης, με τους χορούς «των Αστέρων», τις εκδρομές της, τις συναυλίες της, το Θεατρικό της Εργαστήρι, τους κύκλους διαλέξεων.

Την κτιριακή επέκταση των εγκαταστάσεών του Ινστιτούτου το 1961 ακολουθεί η λειτουργία παραρτημάτων στις Σέρρες και στο Σιδηρόκαστρο. Η επίσκεψη του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγού Ντε Γκωλ το 1963 επισφραγίζει πανηγυρικά το άνοιγμα μιας νέας σελίδας στην ιστορία του θεσμού.

Μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1968, κατασκευάζεται το νέο, μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής κτίριο του Ινστιτούτου, σε σχέδια του Δημοσθένη Μολφέση, το οποίο εγκαινιάζεται το 1971. Την περίοδο της μεταπολίτευσης το Γαλλικό Ινστιτούτο επεκτείνει και εμπλουτίζει σημαντικά τις δραστηριότητές του, πέρα από το καθαρά εκπαιδευτικό του έργο. Στη δεκαετία του ’80, ο αριθμός των μαθητών στα τμήματα γλώσσας ξεπερνούσε τους 1.500.

Μορφές σημαντικές πέρασαν από τις αίθουσές του Ινστιτούτου είτε ως μαθητές, όπως ο ποιητής Αλέξης Ασλάνογλου (που διετέλεσε και αντιπρόεδρος της Amicale), είτε ως διδάσκοντες, όπως ο λογοτέχνες Jean Roudeau και Michel Butor, εκπρόσωποι και οι δύο του nouveau roman. Φιλόσοφοι άφησαν την σφραγίδα τους όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Κώστας Αξελός, ποιητές όπως ο Louis Aragon, συγγραφείς όπως ο Albert Camus και ο Jacques Lacarrière, εξέχουσες επιστημονικές προσωπικότητες όπως οι Hubert Reeves, Luc Montagner και Georges Charpak. Θεατρικές παραστάσεις, όπως το πρώτο ανέβασμα έργου Beckett στην Ελλάδα (Περιμένοντας τον Γκοντό) από το Σύλλογο Αποφοίτων το 1963, αποτελούν ακόμα και σήμερα σημεία αναφοράς. Πολλές εικαστικές εκθέσεις έμειναν χαραγμένες στη μνήμη του κοινού ιδιαίτερα η έκθεση φωτογραφίας του αρχιτέκτονα Ernest Hébrard, η αναδρομική του Cartier Bresson, η έκθεση χαρακτικών του Matisse, οι λιθογραφίες των Chagal και Picasso. Στους χώρους του φιλοξενήθηκαν εκθέσεις της Φωτοσυγκυρίας, εκδηλώσεις των Δημητρίων, λειτούργησαν τα λογοτεχνικά καφέ.

Σημερινοί στόχοι του Ινστιτούτου, εκτός από τη διδασκαλία της γλώσσας και την επιμόρφωση καθηγητών γαλλικής στη Βόρεια Ελλάδα, είναι η προώθηση των ελληνογαλλικών σχέσεων και η υπεράσπιση της πολυπολιτισμικότητας. Εκατό χρόνια μετά την ίδρυση του πρώτου λυκείου στην ιστορία της Λαϊκής Αποστολής, του «Λυσέ» της Θεσσαλονίκης, η υπεράσπιση των αξιών της θρησκευτικής ουδετερότητας, τουλάχιστον στον ζωτικό χώρο της παιδείας, δεν δείχνει καθόλου ανεπίκαιρη, έστω κι αν ο οικουμενικός χαρακτήρας της laïcité αλά γαλλικά επιδέχεται αμφισβήτηση. Στη διαδρομή από τα «ιεραποστολικά» νεωτεριστικά οράματα των αρχών του αιώνα ώς τα σύγχρονα διακυβεύματα της αυγής του 21ου, μια κλωστή συνεχίζει να ξετυλίγεται, που όσο κι αν λεπταίνει παραμένει ανθεκτική.


1 Παντ. Μ. Κοντογιάννης, «Σχολεία αλλοφύλων εν Θεσσαλονίκη», Μακεδονικόν Ημερολόγιον. Επετηρίς των Μακεδόνων, Αθήνα 1910, σ. 173.
2 Αυτόθι.
3 Βασική πηγή για την ιστορία της Mission laϊque είναι το βιβλίο του André Thévenin, Histoire de la Mission laϊque française 1902-2002, Mission Laϊque Française, Παρίσι 2002, στο οποίο παραπέμπουμε εκτενώς.
4 Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1904 ιδρύεται στη Θεσσαλονίκη η μασονική στοά Veritas που τελεί υπό την αιγίδα της Grand Orient de France.
5 Βλ. Αλεξάνδρα Γερόλυμπου, «Τα νέα ρούχα των πασάδων» στο Θεσσαλονίκη 1850-1918. Η «πόλη των Εβραίων» και η αφύπνιση των Βαλκανίων, Εκάτη, Αθήνα 1994, σ. 176.
6 Αυτά τα στοιχεία δίνει ο Αndré Thévenin στο La Mission laïque française, ό.π. Η απογραφή του 1913, όταν πλέον η Θεσσαλονίκη έχει γίνει ελληνική, δίνει αριθμό κατοίκων 157.889, από τους οποίους, 40.000 Έλληνες, 45.867 Οθωμανοί κσι 61.439 Εβραίοι. Βλ. επίσης Mark Mazower, Salonica. City of Ghosts. Christians, Muslims and Jews 1430-1950, HarperCollins, London 2004. σ. 303.
7 Ο πρόξενος καταγράφει ακόμα 155 γερμανικές και αυστριακές οικογένειες, 408 Ισπανούς, 180 Βρετανούς, 123 Ρουμάνους, 27 Ρώσους, 12 Αμερικανούς και 4 Βέλγους. Bλ. Mερόπη Αναστασιάδου, «Οι Δυτικοί της Περιοχής», στο Θεσσαλονίκη 1850-1918. Η «πόλη των Εβραίων» και η αφύπνιση των Βαλκανίων, ό.π.
8 Βλ. Paul Dumont, «Τα γαλλικά πάνω απ’όλα» στο Η «πόλη των Εβραίων» και η αφύπνιση των Βαλκανίων, ό.π.
9 Aναφέρεται στο Αndré Thévenin, «Les Dialogues de Montazah”, Les revues pédagogiques de la Mission Laïque Française, no 38,
Iανουάριος 2000, σ. 61.



Δημήτρης Κοσμίδης


Salonique! Ça va?, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, κατάλογος έκθεσης με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων του Γαλλικού Ινστιτούτου, 2006
Σχεδιασμός Red Creative
http://www.redcreative.gr/


Photo © Cathy Cunliff 2006


La Mission Laïque Française à Thessalonique.

Nous sommes des missionnaires laïques
Voltaire

Le sens du mot laïcité apparaît, peut-être pour la première fois devant un large public à Thessalonique, à l’automne 1907, lors d’une conférence au théâtre à côté de la Tour blanche. L’auditoire était « nombreux et international » (1). Le conférencier Alphonse Aulard, qui était Français, professeur à la Sorbonne, titulaire de la chaire de l’Histoire de la Révolution Française, n’était pas venu à Thessalonique pour parler de son propre objet scientifique, mais en une autre qualité : celle de Président de la Mission Laïque, de la « Mission Laïque » Française qui, depuis 1906, était installée en ville. Que signifie et que signifiait à l’époque pour les saloniciens, le nom composé Mission laïque, dont les deux termes à première vue semblent contradictoires?

La culture européenne du 17ème siècle avait inventé le terme «mission», qui au début signifiait évangélisation. Le missionnaire c’est l’évangélisateur, catholique ou bien protestant, une figure familière dans le contexte de la fin de l’Empire Ottoman et du Proche Orient. Sa mission est le prosélytisme des «hétérodoxes» - qu’ils soient orthodoxes, juifs, musulmans ou de n’importe quelle autre religion - au dogme que lui-même sert avec ardeur. D’autre part, le mot «laïc» provient du mot grec «laïcos», mais dans le sens spécifique qu’il prend quand il dénote le « non ecclésiastique »,
le « laïc ». Selon la définition de Renan, la laïcité serait l’Etat neutre entre les religion.

L’orateur français, alors, était au service d’ une mission « laïque», « séculaire », «non religieuse », ou encore mieux « neutre entre les religions ». Lors de son discours, il a mis l’accent sur le fait que la « Mission Laïque» vise à diffuser les idées de la France actuelle, la méthode scientifique de la recherche et le savoir scientifique, la tolérance, la concorde, la fraternité, l’altruisme et à contribuer à l’instruction des gens. Il a même vivement signalé que la Mission Laïque Française « évite et abhorre le prosélytisme » (2).

Quelle était donc la nouveauté que cette « Mission » dans la Thessalonique du début du 20ème siècle, alors sous domination ottomane, promettait?

La Mission Laϊque Française est née le 8 juin 1902 à l’initiative de Pierre Deschamps, trois ans avant la promulgation de la loi qui instituait la séparation de l’Église et de l’État en France (3). Etant une association non lucrative d’utilité publique, elle avait comme objectif « l’expansion de la langue française vers les colonies et l’étranger ». Ses statuts précisent formellement que, dans les établissements scolaires qu’elle va fonder ou prendre à sa charge, « toute sorte de prosélytisme religieux est interdit ». Deschamps, ancien élève de l’École Normale Supérieure de Saint Cloud, avait été détaché en 1898 à Madagascar qui, deux ans avant, était devenue colonie française. Chargé de l’organisation de l’éducation publique et du contrôle de l’éducation privée, il s’est rapidement trouvé confronté aux dilemmes aussi bien pratiques que moraux posés par l’introduction des méthodes du système éducatif français dans un pays et pour une population ayant des traditions culturelles, des valeurs et une mentalité si différentes de celles de la France métropolitaine. Deschamps a vite abouti à la conclusion que l’éducation, dans les colonies françaises et dans les pays hors de France, devrait avoir pour point de départ la coexistence et le dialogue entre la culture française et la culture indigène, dans un cadre de coexistence et de réciprocité et non pas de domination ou d’assimilation.

Nombreux sont ceux qui vont adopter le rêve ambitieux de Deschamps et contribuer à ce qu’il devienne une réalité. Beaucoup d’entre eux font partie de la Ligue de l’enseignement, sont des franc-maçons appartenant à la loge du Grand Orient de France (4), membres ou adeptes du parti politique des Radicaux. En 1902, l’École Normale Jules-Ferry est fondée à Paris, avec pour but de former les enseignants destinés à diriger et à faire fonctionner les établissements d’enseignement que sont les écoles publiques des colonies et les écoles de l’étranger que la Mission Laïque fonde ou met sous son égide. Ces enseignants allant, à leur tour, former les instituteurs indigènes dans les pays où ces écoles seront implantées.

Dès 1906, la Μission Laϊque commence à s’intéresser à l’Empire Ottoman. Là-bas, elle doit faire face aux écoles françaises confessionnelles des missions catholiques (Lazaristes, Frères, Jésuites) qui sont des concurrents potentiels et qui, par voie d’exception, ne sont pas soumis à la loi de 1905 concernant la séparation de l’Église et de l’État. Bien que ces écoles fassent du prosélytisme, elles continuent à profiter du soutien de la 3ème République, parce qu’elles contribuent à l’expansion de l’influence française.

En avril 1906 la Μission, sur invitation du ministère français des affaires étrangères, envoie son Secrétaire général, Maurice Kuhn, enquêter sur les possibilités de réorganisation de l’éducation dans les écoles françaises « laïques » de Thessalonique.

Au début du 20ème siècle, Thessalonique, capitale de la Macédoine, est le plus grand port européen de l’Empire Ottoman et un grand centre de transit et de commerce. Depuis 1888 déjà, grâce à la ramification de l’Orient Express, la ville est reliée par le train à l’Europe Centrale et Occidentale. Le trajet entre Thessalonique et Paris dure trois jours (5). Sa population compte 160.000 habitants dont environ 70.000 Juifs, 35.000 Turcs musulmans, 30.000 Grecs et 25.000 Bulgares (6). Selon le consul de France, durant les années 1880, sur les 6.000 étrangers environ de la ville, la communauté française ne comptait que 112 personnes.ceux-là, on doit ajouter les employés du consulat et leurs familles et environ 20 « protégés » enregistrés dans les archives du consulat. Parmi les « Francs » de Thessalonique prédominaient les italiens (1.284), auxquels appartenaient les maisons commerciales les plus vigoureuses de la ville (7).

Jusqu’à la fin des années 1880, la langue étrangère la plus parlée dans la ville de Thessalonique était l’italien. Pourtant, dans la décennie suivante, le français dominera au point de devenir, vers la fin du 19ème siècle, la lingua franca d’une ville multinationale et polyglotte où coexistent l’hispano-hébreu, le grec, le turc et le bulgare (8). Pendant cette période environ 40 journaux et revues de Thessalonique sont publiés en français. Langue de l’élite cultivée, de la diplomatie, du commerce, de la gastronomie et de la mode, le français est enseigné dans la plupart des 100 écoles de la ville (juives, grecques, turques, bulgares, arméniennes), où environ 6000 garçons et filles apprennent la langue de Voltaire. Dans les écoles catholiques des Frères (École de Saint Vincent de Paul, Jean Baptiste De la Salle), des Filles de la Charité ―connue aussi sous le nom Kalamari―, dans l’École paroissiale et l’école des Lazaristes à Zeitlink étudient, au total, plus de 400 élèves. La francophonie, tout comme la francophilie, ne cesse de gagner du terrain sans cesse. L’influence des écoles de l’Alliance israélite universelle et de l’Alliance française est aussi importante.

Quand Maurice Kuhn arrive à Thessalonique, au printemps 1906, la situation des trois écoles françaises laïques existantes, qu’il découvre, est décevante. Une école de commerce, un lycée de garçons et un cours secondaire de jeunes filles vivotent, manquant de ressources et de soutien. A l’aide du consul et de personnalités de la ville qui constituent le comité local de la Mission, les trois écoles en question sont cédées par leurs propriétaires et passent à la Mission Laïque. En août 1906, Maurice Kuhn est nommé directeur des écoles qui, par la suite, seront réunies sous la dénomination
« Lycée Français ». On décide l’achat d’un terrain dans le quartier de Hamidié, sur l’avenue d’Aftokratorikou Stratou (à l’intersection de l’avenue Stratou et la rue Evzonon) et on demande le permis de construire, pour l’édification du bâtiment destiné à l’installation commune de ces écoles. En 1907, le décret impérial (firman) est accordé et les travaux de construction commencent.

Entre-temps, les premiers succès sont enregistrés. Dès sa première année de fonctionnement (1906-1907), le « Lycée » compte au total environ 400 élèves, garçons et filles. Le lycée de garçons comporte neuf classes, dont deux préparatoires. Les quatre suivantes constituent le premier cycle d’études et les trois dernières le deuxième cycle. Avec le diplôme du deuxième cycle d’études, les élèves peuvent se présenter aux examens du baccalauréat qui leur permet l’admission aux universités françaises et étrangères. Au lycée on enseigne la langue française et les lettres, l’allemand et le turc en tant que matières obligatoires, le grec, l’italien et l’anglais en tant que matières d’option. Les cours comprenaient l’Ethique (à la place du catéchisme), la physique, lachimie, l’histoire physique, la géographie, la comptabilité, le dessin, la calligraphie et autres. L’enseignement de la langue turque attire de nombreux musulmans qui représentent un dixième de l’effectif des élèves, chose inouïe pour une école étrangère de Thessalonique.

L’école de jeunes filles comporte sept classes ; deux préparatoires, les trois classes du premier cycle et les deux classes du deuxième cycle d’études. A la fin du premier cycle, les élèves peuvent se présenter aux examens du diplôme d’enseignante de maternelle. Ce diplôme est nécessaire à celles qui, ayant terminé le deuxième cycle, désirent obtenir le diplôme d’institutrice en école primaire. Deux classes de maternelle sont aussi annexées à l’école.

L’école de commerce comporte sept classes, avec deux cycles d’études, de quatre et trois ans respectivement. A part les langues étrangères et l’hispano-hébreu, l’accent est mis aussi sur l’enseignement de la comptabilité et des mathématiques qui préparent les élèves à une carrière en entreprise ou établissement bancaire, ou à une profession libérale. A l’école, il existe aussi une classe intermédiaire pour les élèves qui n’ont pas une connaissance satisfaisante du français, à la fin de laquelle ils peuvent s’inscrire au deuxième cycle d’études.

Malgré la concurrence des écoles bulgares, particulièrement bien équipées en laboratoires et des écoles de commerce grecques dynamiques, l’établissement scolaire de la Mission Laïque Française s’enracine dans la ville. A la fin de chaque année scolaire, les remises des prix sont célébrées dans l’éclat, avec drapeaux et hymnes nationaux ; c’est un événement qui attire la foule. Le succès de cette entreprise est l’amorce de la constitution d’un réseau d’écoles qui va s’étendre par la suite, jusqu’en Egypte et au Proche Orient et plus tard dans le monde entier.

En 1907, Kuhn quitte la direction du Lycée. Le nouveau directeur Cholet lance l’idée, en 1908, de créer un musée de commerce qui serait une annexe de l’école du commerce, et comporterait aussi un comptoir pour échantillonner des produits français. Outre son but purement éducatif, le Musée viserait au renforcement des échanges commerciaux avec la France. Le manque d’intérêt des maisons de commerce françaises et des chambres de commerce, à l’exception de celle de Montpellier, mais aussi les réactions provoquées par les concurrents locaux, conduisent à l’abandon de cet ambitieux projet en 1909.

Entretemps, en 1908 la Révolution des Jeunes-Turcs éclate à Thessalonique. Les rues de la ville retentissent de la « Marche de la Liberté » qui n’est autre que la Marseillaise, et des manifestations exaltées de la foule. Pourtant, très bientôt, l’euphorie initiale fait place à l’inquiétude, les nuages des guerres balkaniques qui s’ensuivent, s’épaississant. En 1909, le Lycée inaugure des cours de français pour adultes. En 1912, les troupes victorieuses de l’armée grecque entrent à Thessalonique qui, à partir de 1913 avec le traité de Bucarest, est officiellement rattachée à la Grèce avec une partie de la Macédoine. En 1914, éclate la Première Guerre mondiale qui trouve la Grèce divisée entre, d’une part, le parti pris de neutralité, au fond philogermanique, adopté par le roi Constantin et, d’autre part, la politique de Eleftherios Venizelos qui favorise l’entrée en guerre du pays, aux côtés de l’Entente.

Juste après la déclaration de la guerre, les nombreux élèves serbes, internes à l’Ecole de Commerce du Lycée, le quittent pour rentrer dans leur pays qui ferme ses frontières. En 1914-1915, il reste dans les écoles du Lycée 500 élèves en tout. Cinq des professeurs français, ont déjà été appelés sous les drapeaux. Faute de proviseur, les professeurs se chargent des fonctions de la direction et de l’administration. La Mission s’engage, elle aussi, de tout coeur dans l’effort de guerre allié. Dans les publications de l’époque, la lutte contre les Empires Centraux est décrite comme l’affrontement entre la Civilisation française et la Kultur allemande ; la démocratie confrontée à la barbarie et la tyrannie.

Le débarquement du corps expéditionnaire de l’Armée d’Orient en octobre 1915, avec la connivence de Venizelos, sous le commandement du général français Sarrail, a un rôle catalyseur pour Thessalonique qui voit sa population doubler. A travers ses manifestations à la Tour Blanche et les slogans francophiles, en faveur des alliés et contre le roi, une foule exige que la Grèce entre en guerre. Entretemps, Sarrail a installé son état-major au Lycée de l’avenue Stratou et transformé les laboratoires en laboratoires bactériologiques de l’Armée. Pourtant, les activités scolaires du bâtiment de l’avenue Stratou continuent. Aux examens du Baccalauréat au Lycée, nombre des examinateurs sont des militaires français, comme en témoignent les photos de 1916.
En 1916, Venizelos, en rupture totale avec le Palais, installe à Thessalonique le Gouvernement de la Défense Nationale et envoie 200.000 soldats sur le front de Macédoine, aux côtés des alliés. Son gouvernement impose aux écoles allemandes l’enseignement de la langue française. Le grand incendie de 1917 détruit le centre de la ville. Une école primaire qui se trouvait dans la région sinistrée est abritée dans des baraquements de l’armée, dans les jardins face au bâtiment du Lycée de l’avenue Stratou. Le Lycée offre l’asile aux familles des professeurs et des élèves, nouveaux ou anciens, qui ont été victimes de l’incendie.

Des équipes cinématographiques françaises de l’Armée de l’Orient enregistrent les événements: des exercices militaires et des défilés, des visites officielles, des scènes prises sur le front, la ville en flammes, mais aussi l’oeuvre pacifique de l’Armée avec une envie intense de propagande. Des petits réfugiés de l’est de la Macédoine, sont filmés en train d’apprendre des règles d’hygiène élémentaires, d’apprendre le français que leur enseignent des militaires, d’ingurgiter des médicaments, de recevoir des provisions et des vêtements, et, habillés en uniformes français, de faire le salut militaire et d’ acclamer la France.

A la même époque, l’Armée fait publier à Thessalonique la Revue Franco-Macédonienne, au contenu très riche. Dans le numéro d’avril 1917, on trouve un article où le rédacteur se montre préoccupé par les méthodes d’enseignement utilisées dans les écoles françaises de Thessalonique.

Calquer l’enseignement de l’histoire et de la géographie, comme on a trop tendance à le faire, sur les programmes français est évidemment une anomalie. Je sais bien qu’il y a les exigences imposées par les examens dont les épreuves sont importées telles quelles des bureaux de la rue de Grenelle à Salonique; je sais bien qu’il y a la sujétion du manuel , qui n’a pas été écrit pour la jeunesse macédonienne, la complexité ethnologique et religieuse du pays […] Il y a tout cela bien entendu. Il n’en serait pas moins très désirable qu’un travail d’adaptation se fît dans les méthodes et dans les programmes (9).

Au début de l’entre-deux-guerres, l’installation massive de réfugiés originaires d’Asie Mineure à Thessalonique (1922-1923) change la composition de la population, mais aussi le visage de la ville qui redevient la « Capitale des réfugiés ». A l’école de l’avenue Stratou déjà bien implantée, vient s’ajouter le Lycée de jeunes filles, dans la région d’Exokhes, probablement dans les Jardins du roi Georges. Des photos des années 1920 nous montrent des instantanés figurant des enfants de l’école primaire et des filles du Lycée, des fêtes scolaires, des soupes populaires, des portraits souvenir de groupe. En 1930, une loi de l’État grec, interdit aux enfants de moins de 12 ans ayant la nationalité hellénique d’être scolarisés dans des écoles étrangères. Pourtant, jusqu’à la fin de la décennie, le nombre d’élèves augmente. Les cours du soir destinés aux travailleurs obtiennent un grand succès. La Mission achète à la famille Chantzilazarou le terrain des Jardins du roi Georges, où le nouveau bâtiment du Lycée pour jeunes filles est édifié. En 1937, la construction est terminée.

La Deuxième Guerre mondiale a éclaté et 6 des 28 professeurs des écoles de Thessalonique sont appelés à l’armée. Dans la France vaincue, le gouvernement de Vichy ne cache pas son hostilité envers la Misssion laïque. Après l’occupation de Thessalonique par les Allemands en 1941, le bâtiment de l’avenue Stratou est réquisitionné et transformé en hôpital militaire. L’extermination des juifs de Thessalonique dans les camps de concentration de Auschwitz et de Bergen-Belsen traumatise aussi l’histoire du « Lycée », puisqu’un grand nombre de ses élèves sont de religion juive.

Après le désengagement des Allemands et la libération de Thessalonique en 1944, le bâtiment de l’avenue Stratou est en partie détruit. Grâce à une subvention extraordinaire du Ministère français des Affaires étrangères, le « Lycée » est reconstruit et en 1946 fonctionne de nouveau en tant qu’Institut Culturel, selon le modèle de l’Institut Français d’Athènes. L’Institut Français de Thessalonique, qui est plus récent, est désormais sous la double égide du Ministère français des Affaires étrangères et de la Mission Laïque.

Après la guerre civile, selon les témoignages d’un grand nombre d’anciens élèves, l’Institut est un lieu de brassage d’idées et de liberté d’expression, ce qui contraste profondément avec le climat suffocant de l’époque.

Dès 1950, fonctionne l’« Amicale », société culurelle des anciens élèves du Lycée Français, qui, dans les deux décennies suivantes, prend une part très active dans la vie mondaine et les événements intellectuels de la ville, par l’organisation des bals des « Etoiles », d’excursions, de concerts, de cycles de conférences et par la création de son Atelier de Théâtre.

L’agrandissement des locaux des établissements de l’Institut en 1961 est suivi par la fondation d’annexes à Serres et à Sidirokastron. La visite du président de la République Française, le Général de Gaulle, en 1963, confirme triomphalement l’ouverture d’une nouvelle page dans l’histoire de l’institution. Après l’incendie qui dévaste l’Institut Français en 1968, un nouveau bâtiment d’architecture moderniste, dont les plans sont élaborés par Dimosthenis Molfessis, est construit. Il est inauguré en 1971. Pendant la période de la restauration de la démocratie en Grèce, l’Institut Français étend et enrichit grandement ses activités, au-delà de son action purement éducative. Dans les années ’80, il accueille plus de 1.500 élèves dans ses cours de langue étrangère.

Des personnages très importants sont passés par les salles de l’Institut : certains en tant qu’élèves, comme le poète Alexis Aslanoglou (qui fut aussi vice-président de l’Amicale), d’autres en tant qu’enseignants, comme les écrivains Jean Roudeau et Michel Butor, tous deux représentants du nouveau roman. Des philosophes comme Cornelius Kastoriadis et Kostas Axelos ont laissé leurs empreintes, des poètes comme Louis Aragon, des écrivains comme Albert Camus et Jacques Lacarrière, des personnalités scientifiques prééminantes comme Hubert Reeves, Luc Montagnier et Georges Charpak. Des pièces de théâtre, comme la pièce de Beckett «En attendant Godo», montée pour la première fois en Grèce, par l’Association des Anciens Elèves en 1963, constituent, même encore aujourd’hui, des points de repère. De nombreuses expositions d’arts plastiques sont restées gravées dans la mémoire du public, notamment l’exposition de photographies de l’architecte Ernest Hébrard, la rétrospective Cartier Bresson, l’exposition des gravures de Matisse, des lithographies de Chagal et de Picasso. Des expositions des Photosynkyria, des manifestations culturelles des Dimitria ont été accueillies dans ses locaux, sans oublier les cafés littéraires.

Les objectifs actuels de l’Institut, à part l’enseignement de la langue et la formation des professeurs de la langue française en Grèce du nord, sont la promotion des relations franco-helléniques et la défense du multiculturalisme. Cent ans après la fondation du premier lycée dans l’histoire de la Mission Laïque, du « Lycée » de Thessalonique, la défense des valeurs de neutralité religieuse, au moins dans le domaine vital de l’éducation ne semble pas inactuelle ; même si le caractère universel de la laïcité à la française peut être contesté. Dans cette traversée, des rêves novateurs « missionnaires » du début du siècle aux enjeux de l’aube du 21ème siècle, le fil continue de se dérouler et, même s’il s’amincit, de résister.


1 Pant. Μ. Κοntogiannis, « Skholia Allofylon en Thessaloniki », Makedonikon Imerologion. Εpetiris ton Makedonon, Athènes 1910, p. 173.
2 Idem.
3 L’ouvrage de André Thévenin, Histoire de la Mission laϊque française 1902-2002, Mission laϊque française, Paris 2002, auquel nous faisons amplement référence, constitue une source fondamentale pour l’histoire de la Mission laïque.
4 Il est à noter qu’en 1904 à Thessalonique, est fondée la loge maçonnique Veritas sous l’égide du Grand Orient de France.
5 Voir Alexandra Yerolympos « Les habits neufs des pachas » dans Salonique 1850-1918. La
« ville des Juifs »
et le réveil des Balkans, Éditions Autrement, Paris 1992, p. 162.
6 Eléments donnés par Αndré Thévenin dans La Mission laïque française, ci-haut mentionné. Le recensement de 1913, quand Thessalonique était déjà grecque, donne 157.889 habitants, dont 40.000 Grecs, 45.867 Ottomans et 61.439 Juifs. Voir Mark Mazower, Salonica. City of Ghosts. Christians, Muslims and Jews 1430-1950, Harper Collins, London 2004. p. 303.
7 Le consul recense en plus 155 familles allemandes et autrichiennes, 408 Espagnols, 180 Britanniques, 123 Roumains, 27 Russes, 12 Αméricains et 4 Βelges. Voir Meropi Anastassiadou, « Les Occidentaux de la place », dans Salonique 1850-1918. La "ville des Juifs" et le réveil des Balkans.
8 Voir ci-dessus mentionné Paul Dumont, « Les Français d’abord », dans La « ville des Juifs » et le réveil des Balkans.
9 Cité par Αndré Thévenin, dans « Les Dialogues de Montazah », Les revues pédagogiques de la Mission Laïque Française, no 38, janvier 2000, p. 61.

Dimitris Cosmidis



Salonique! Ça va?, Musée de Photographie de Thessalonique, catalogue d'exposition realisé á l’occasion de “La fête du siècle", de la celebration du centenaire de l’Institut Français de Thessalonique, 2006
Conception graphique Red Creative
http://www.redcreative.gr/

Gilles Deleuze, Οι ενοχλητικοί Παλαιστίνιοι

Γιατί οι Παλαιστίνιοι θα πρέπει να θεωρούνται «αξιόπιστοι συνομιλητές» όταν δεν έχουν χώρα; Γιατί να έχουν μια χώρα, αφού τους την πήραν; Δε...