Thursday, 30 June 2011

Μνημόνιο



τὰ µὲν οὖν µέλλοντα οὐδεὶς ἐφορᾷ, τὰ δὲ νῦν ἑστῶτα οἰκτρὰ µὲν ἡµῖναἰσχρὰ δε ἐκείνοις



το μέλλον κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει,
ό, τι έγινε είναι οικτρό για μας
και για κείνους αίσχος
Σοφοκλέους, Τραχίνιαι

Saturday, 25 June 2011

Το Balthazar, το Σύνταγμα και η «κοινή αφήγηση»

της Έφης Γιαννοπούλου 

αναδημοσίευση από το ΤΕΧΝΗΕΝΤΩΣ 24/06/2011

Πλατεία Συντάγματος (φωτό via el fotografo arremolina / Real Democracy gr – MultiMedia Team)

Την περασμένη εβδομάδα, κατόπιν επιμονής ενός φίλου και παρά την αρχική απροθυμία μου, βρέθηκα στο bar-restaurant Balthazar. Πέμπτη βράδυ και στον ευχάριστο κατά τα άλλα κήπο ένιωσα σαν να βρισκόμουν σε άλλη χώρα ή σε άλλο χρόνο. Αλλά πρώτα λίγη ιστορία: Το Balthazar το άνοιξαν το 1973 η συγγραφέας Καίη Τσιτσέλη και ο Νίκος Παλαιολόγος και για δέκα περίπου χρόνια υπήρξε ένα εστιατόριο-θρύλος (βλ.εδώ). Το Balthazar ήταν ένα από τα πρώτα μπαρ που επισκέφθηκα στην Αθήνα το 1985, έχοντας μόλις κατέβει στην πρωτεύουσα, πρωτοετής φοιτήτρια. Τότε δεν το είχαν πια η Τσιτσέλη και ο Παλαιολόγος. Τότε επίσης ξεκινούσε η κουλτούρα του βάρβαρου νεοπλουτισμού της δεύτερης πασοκικής τετραετίας. Ίσως γι’ αυτό να μη μου άρεσε ποτέ πολύ το Balthazar ούτε το αδελφό τότε Rock’n’roll. Γι’ αυτό να μην έγιναν στέκια μου. Καταλάβαινα τους φίλους που τα είχαν ζήσει σε εποχές περασμένης δόξας, αλλά η Ελλάδα της «πόρτας», του «πούρου» και του γενικότερου νεοπλουτισμού, ακόμα και στην πιο ποιοτική εκδοχή της, ποτέ δεν μ’ έκανε να αισθανθώ άνετα. Στο Balthazar πήγα λίγες σχετικά φορές μέσα σ’ αυτά τα 26 χρόνια που έχουν περάσει από το 1985.
Και την προηγούμενη βδομάδα διαπίστωσα ότι το Balthazar δεν έχει αλλάξει καθόλου. Πέμπτη βράδυ, ο κήπος ήταν ασφυκτικά γεμάτος από έναν κόσμο που έμοιαζε να μην έχει ακούσει λέξη για την κρίση. Απ’ ό,τι έμαθα διατηρείται ακόμα, έστω και χαλαρά, η «πόρτα». Κι εγώ, τη στιγμή που κατέβαινα από το ταξί, αναρωτιόμουν πώς ζήσαμε τόσα χρόνια εκείνη την ηλιθιότητα! Οι θαμώνες του Balthazar, ακόμα κι αν ζουν στο κέντρο της πόλης, είμαι βέβαιη πως βλέπουν την εξαθλίωσή του μόνο στην τηλεόραση, πως ξέρουν για τους «αγανακτισμένους», τις πορείες και τα επεισόδια από τα δελτία των οκτώ. Τίποτα δεν έδειχνε να έχει αλλάξει από εκείνο το καλοκαίρι της κούρσας του Χρηματιστηρίου, όταν ακόμα και στις παραλίες από τα κινητά εκφέρονταν οι λέξεις «πούλα» και «αγόρασε» πιο συχνά κι από το εκνευριστικό «έλα, πού είσαι;». Την εποχή που το μήκος και η διάμετρος του πούρου είχαν αποκτήσει χαρακτήρα δήλωσης πλούτου, κύρους, και φυσικά λεπτού γούστου. Που το να περνάς τις πόρτες αντίστοιχων κέντρων διασκέδασης και να σου μιλούν με το μικρό σου όνομα μπάρμαν και γκαρσόνια ήταν ατράνταχτο τεκμήριο επιτυχίας. Η «κοινή αφήγηση με θετικό δημιουργικό πυρήνα», που την απουσία της ανακαλύπτει όψιμα  ο Γ. Βούλγαρης στο άρθρο του της 18/6 στα Νέα, τότε χάθηκε για την ελληνική κοινωνία. Τότε που επικράτησε η αφήγηση του απόλυτου ατομισμού, του εύκολου χρήματος και μαζί της η απίστευτη κενότητα. Και η απαξίωση του συστήματος ξεκίνησε με τη «φούσκα» του χρηματιστηρίου και συνεχίστηκε, αφού τελείωσε η εθνεγερτική φαντασίωση των Ολυμπιακών αγώνων, με μια καταιγίδα σκανδάλων, με τον ξεπεσμό της πολιτικής σε πρακτικές που θύμιζαν ιταλική μαφία, με εξωφρενικές δηλώσεις υπουργών περί «νομίμου» και «ηθικού». Φυσικά πάντα υπήρχαν και υπάρχουν ενδιαφέρουσες, θετικές και δημιουργικές αφηγήσεις ατόμων ή μικρών ομάδων, αλλά το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού «έχασε την μπάλα», δεν ήξερε πια τι να πιστέψει, από πού να κρατηθεί. Οι «Ολυμπιακοί αγώνες», η τελευταία του φαντασίωση, ξεχάστηκαν σχεδόν με την τελετή λήξης και άφησαν πίσω τους απλήρωτους λογαριασμούς και το Μπάντμιντον, η είσοδος στη ζώνη του ευρώ φαινομενικά τουλάχιστον τον οδήγησε στη χειρότερη κρίση των τελευταίων σαράντα χρόνων, το πελατειακό σύστημα με το οποίο τον χειρίζονταν όλα αυτά τα χρόνια εξεμέτρησε τις μέρες του. Και τώρα τι;
Σήμερα, οι γραφιάδες των εφημερίδων ανακαλύπτουν το τέλος των κοινών αφηγήσεων και την απαξίωση της πολιτικής και του κοινοβουλευτικού συστήματος στην πλατεία Συντάγματος, στην αγανάκτηση και στα συνθήματα του τύπου «να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Αντανακλαστικά δεινοσαύρου. Τόσα χρόνια τώρα, ποια ήταν η «κοινή αφήγηση» που συνέδεε και ενέπνεε την ελληνική κοινωνία;
Δεν διάλεξα τυχαία το παράδειγμα του Balthazar, το διάλεξα γιατί το Balthazar της δεκαετίας 1973-1983 αποτελούσε πράγματι έναν τόπο όπου συγκεντρώνονταν άνθρωποι που τους συνέδεε και τους ενέπνεε μια κοινή, θετική και δημιουργική, αφήγηση για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, ενώ το ίδιο εστιατόριο στη δεκαετία του ’90 ήταν πια ένας τόπος που εξέθετε αναίσχυντα την κατάρρευση κάθε κοινής αφήγησης. Γιατί λοιπόν κρούουν τώρα τον κώδωνα του κινδύνου οι αρθρογράφοι των εφημερίδων, γιατί δεν βλέπουν ότι στο Σύνταγμα αρθρώνονται κάποια ψήγματα έστω αυτής της νέας κοινής αφήγησης, γιατί δεν αντιλαμβάνονται επίσης ότι καθετί θετικό, και οι «κοινές αφηγήσεις» φυσικά, ξεκινά από μια άρνηση, από μια απόρριψη.
Αποτελεί κοινό τόπο στις εφημερίδες ότι το μόνο που ζητούν οι συγκεντρωμένοι στις πλατείες είναι να μην αλλάξει τίποτα, ότι το μόνο που νοσταλγούν είναι η Ελλάδα της προ κρίσης περιόδου με όλη τη γνωστή παθολογία της. Κι όμως αν πάει κανείς ένα βράδυ στην πλατεία Συντάγματος και το ίδιο ή ένα άλλο βράδυ στο Balthazar, θα καταλάβει ότι οι άνθρωποι στην πλατεία Συντάγματος έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται πως η Ελλάδα πρέπει ν’ αλλάξει, πως η κοινή αφήγηση πρέπει να φτιαχτεί, πως πρέπει να ξαναβρούν κάτι να πιστέψουν. Κάποιοι απ’ αυτούς το έχουν καταλάβει άτσαλα, αφελώς, χωρίς βαθιά σκέψη, χωρίς σαφείς διατυπώσεις. Κάποιοι απ’ αυτούς θα αλλάξουν πραγματικά μέσα απ’ αυτή την εμπειρία. Κάποιοι θα βρουν στοιχεία για να φτιάξουν αυτή την «κοινή αφήγηση». Αυτοί που δεν το έχουν καταλάβει είναι οι θαμώνες του Balthazar. Γι’ αυτό και δεν με νοιάζει τι έκαναν πριν το Σύνταγμα οι συγκεντρωμένοι στην πλατεία. Γι’ αυτό και δεν έχει μεγάλη σημασία αν πούλησαν την ψήφο τους για μια θέση στο Δημόσιο, αν είναι εθνικιστές ή αριστεριστές, φοροφυγάδες ή προώρως συνταξιοδοτηθέντες, ή αν μέχρι χτες ονειρεύονταν να περάσουν ένα βράδυ τη σκληρή ή χαλαρή πόρτα του Balthazar. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι βρίσκονται τώρα εδώ και συμμετέχουν στο συμβάν, σ’ ένα συμβάν που τους έχει ήδη ή πρόκειται να τους αλλάξει.
Και νομίζω πως αυτό το αίτημα της αλλαγής, το «Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», έχει περισσότερες πιθανότητες να το συνειδητοποιήσει η πλατεία Συντάγματος, περισσότερες σίγουρα από τους θαμώνες του Balthazar, περισσότερες ίσως κι από τον πρωθυπουργό, την κυβέρνησή του κι ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού, που συνεχίζουν να απαξιώνουν και να εξευτελίζουν τις αξίες που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια «κοινή αφήγηση».

Friday, 17 June 2011

Συναίνεση


ΠΑΡΑΙΤHΘΗΚΕ ΑΠO ΤΗΝ ΠΑΡΑIΤΗΣΗ ΚΑΙ, ΠΑΡΑΙΤΗΘΕIΣ,
ΑΝΑΣΧΗΜΑΤIΖΕΙ ΚΥΒEΡΝΗΣΗ ΥΠO
ΠΑΡΑΙΤΗΘEΝΤΑ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓO

 





Συναίνεση

στίχοι, ερμηνεία: Δανάη Παναγιωτοπούλου
μουσική: δάνειο από την "ιστορία της Μαρίας" του Βασίλη Νικολαΐδη


Το έμβλημα του τόπου, ο Γιωργάκης,
πάντα ήθελε να γίνει Πλανητάρχης
Εξ απαλών ονύχων είχε ονειρευτεί
απ' τα χείλη του να κρέμεται η οικουμένη
και με μια κίνησή του καλοζυγισμένη
να προκαλέσει διεθνή ζητωκραυγή

Μετρημένος, συνετός και πατριώτης
με πυγμή, με τσαγανό μα και ιππότης...
Τι άλλο θα βρω για να σας πω μισές αλήθειες
είναι περίπλοκες της κάστας οι συνήθειες...
Βιοπάλη, διασπορά και εξορία,
συγκροτούν μια λαμπερή βιογραφία,
ο πατέρας του τον παίρνει στη δουλειά του
κι έτσι βάζει σε τροχιά τα όνειρά του...

Μία μέρα μια γυναίκα τον πλευρίζει
"κακομοίρη μου", στ' αυτί τού ψιθυρίζει
"ο Ανδρέας είναι, λένε, τροτσκιστής
να φοβάσαι τα παιδιά της Αλλαγής"
Τα ζιβάγκο πρέπει να εγκαταλείψει,
μουστάκι αφήνει για να μοιάζει με τον Τρίτση!
Από Τρίτσης πως κατέληξε Ομπάμα,
το γνωρίζει μόνο η ίδια του η μάνα...

Από δίπλα, εντός-εκτός κι επί τα αυτά του,
όλοι κοίταζαν αν μοιάζει στον μπαμπά του!
Δεν του πήγαινε να γίνει λαοπλάνος
μα ούτε να κάθεται και να κοιτάει σα χάνος...
Όταν πήρε εν μία νυκτί το δαχτυλίδι
ένα σχέδιο είχε καταστρώσει ήδη:
μια κυβέρνηση μη κυβερνητική
με αρχηγό έναν αντιεξουσιαστή

Οι εκλογές ήταν χαμένες από χέρι,
μα επιτέλους λάμπει το δικό του αστέρι!
Oι καινούργιοι καταστρώνουνε καριέρες
κι οι παλιοί μετρούν ανάποδα τις μέρες
Kάθε τρίμηνο μια πρόταση μομφής
κι ολοένα να πληθαίνουν οι Κινέζοι της βουλής
Eδώ στο άβατο πατάει το παρακράτος
κι αυτοί μπαλώνουνε του Κορκoνέα το "κατά λάθος"

Κάποιος βρέθηκε να τον διαφωτίσει,
σε αεροπλάνο θα τον είχε συναντήσει
"Μ' ένα κόμμα διαλυμένη συμμορία
πως θα γράψεις βρε Γιωργάκη ιστορία;
Του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει
παρ' εκτός και του τον φέρουν οι γνωστοί-άγνωστοι ξένοι..."
Σε μια χώρα που έχει εκσυγχρονισθεί
ποιος θυμάται για τη Βάρκιζα να πει;

Όταν βγήκε στο τραπέζι το πιστόλι
ήταν ήδη αργά κι αυτό το ξέραν όλοι
πάνε "χέρι-χέρι" και το σόου αρχίζει
με στραβό όποιος κοιμηθεί αλλοιθωρίζει...
Τους οικείους του ρωτάει, "τι μένει για να κάνω;
Αχ ο Φώτης και Εκείνη να μας ζήταγαν σε γάμο!
Λες να χρειάζονται κι άλλες ομάδες κρούσης;
Λες να γνωρίζει από ελικόπτερα ο Ραγκούσης;"

Τις ημέρες που απέδιδαν οι κόποι
μαύρο σύννεφο σκεπάζει την Ευρώπη
σε σκέψεις δύσκολες είχε βυθιστεί
την ώρα που έκανε πρωινή γυμναστική.
Από τότε, πέφτει σύννεφο το ξύλο,
δεν θα το 'λεγα πως δεν κουνιέται φύλλο...
Γιά να δούμε, αν είχε δίκιο ο παλιός
που έλεγε, εδώ,"ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ!"



Sunday, 10 April 2011

Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΤΗ


Λίγο πριν κοιμηθώ αργά το βράδυ 
ανοίγει κάποια πόρτα στο σκοτάδι
κι ακούω μες στο στήθος μου γατάκια
που κλαίνε σε αυλές και σε σοκάκια

μέχρι να βρούνε στο μαστό του ύπνου
το ρόφημα του βλαβερού τους δείπνου
θηλάζοντας την πίσσα της ημέρας
στη ρώγα μιας αόρατης μητέρας.

Βυθίζομαι μαζί τους λίγο λίγο
στης νύχτας την τυφλή δικαιοσύνη
και σ' έναν εφιάλτη καταλήγω·

ιαγουάροι μαύροι έχουν γίνει
κι αλαφιασμένος τρέχω να ξεφύγω
σε στέπες που καπνίζουν νικοτίνη.



Μιχάλης Γκανάς
Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΤΗ (απόσπασμα)




Sunday, 3 April 2011

Walter Benjamin Το νόημα του χρόνου στο σύμπαν της ηθικής

Αναδημοσίευση από το http://radicaldesire.blogspot.com



Σπάραγμα του 1921· ανέκδοτο κατά την διάρκεια της ζωής του συγγραφέα
Μτφρ. Radical Desire

Είναι σύνηθες να θεωρούμε τους νομικούς θεσμούς οι οποίοι μας επιτρέπουν να θεμελιώσουμε τα γεγονότα και τις κρίσεις που κυριαρχούσαν σε μακρινούς καιρούς ως τίποτε άλλο από τις παγιοποιημένες προθέσεις της ηθικής. Όμως αυτό το οποίο επενδύει τον νόμο με τούτο το ενδιαφέρον για το μακρινό παρελθόν και με αυτή την ισχύ επάνω του είναι κάτι πολύ διαφορετικό, πράγματι, από ότι η αναπαράσταση της παρουσίας της ηθικής στο παρελθόν. Είναι η τάση στην αντεκδίκηση. Στον σύγχρονο νόμο, η αντεκδίκηση περιορίζεται σε τριάντα χρόνια μια γενιά ακόμα και στην ακραία περίπτωση του φόνου σαν να φοβόταν να ξεπεράσει το μήκος μιας ανθρώπινης ζωής. Κι όμως, γνωρίζουμε από παλαιότερες μορφές του νόμου ότι η ισχύς της αντεκδίκησης μπορούσε να επεκτείνεται σε διαδοχικές, όλο και πιο μακρινές στον χρόνο γενιές. Η αντεκδίκηση είναι ουσιαστικά αδιάφορη στο πέρασμα του χρόνου, εφόσον διατηρεί την ισχύ της ανέπαφη για αιώνες, και ακόμα και σήμερα υπάρχει μια κατά βάθος ειδωλολατρική αντίληψη που απεικονίζει ακόμα την Τελική Κρίση με τέτοιους όρους. Η Τελική Κρίση γίνεται αντιληπτή ως η μέρα όπου τελειώνουν όλες οι αναβολές και όπου δίνεται πλήρης ελευθερία στην αντεκδίκηση. Αυτή η ιδέα όμως, που σαρκάζει το μάταιο  κάθε καθυστέρησης, δεν μπορεί να κατανοήσει την απροσμέτρητη σημασία της Τελικής Κρίσης, αυτής της διαρκώς αναβαλόμενης ημέρας που ξεγλιστρά τόσο αποφασιστικά στο μέλλον μετά από κάθε διάπραξη αδικίας. Η σημασία αυτή αποκαλύπτεται όχι στον κόσμο του νόμου, όπου κυριαρχεί η αντεκδίκηση, αλλά μόνο σε ένα σύμπαν της ηθικής, όπου η συγχώρεση έρχεται να την συναντήσει. Για να αντιπαρέλθει την αντεκδίκηση, η συγχώρεση βρίσκει έναν ισχυρό σύμμαχο στον χρόνο. Διότι ο χρόνος, όπου η Άτις κυνηγά αυτόν που διέπραξε κακό, δεν είναι η μοναχική ηρεμία του φόβου αλλά η θυελλώδης καταιγίδα της συγχώρεσης, η οποία προηγείται της έλευσης της Τελικής Κρίσης και ενάντια στην οποία η Άτις δεν μπορεί να προχωρήσει. Η καταιγίδα αυτή δεν είναι απλώς η φωνή μέσα στην οποία πνίγεται η κραυγή τρόμου αυτού που διέπραξε κακό· είναι επίσης το χέρι που εξαλείφει τα ίχνη του κακού που διαπράχθηκε, ακόμα και αν για να το πετύχει αυτό χρειαστεί πρώτα να ερειπώσει τον κόσμο. Καθώς ο εξαγνιστικός κυκλώνας προχωρά με ταχύτητα μπροστά από τις βροντές και τις αστραπές, η οργή του Θεού βρυχάται δια της ιστορίας μέσα στην καταιγίδα της συγχώρεσης, έτσι ώστε να παρασύρει στο διάβα της οτιδήποτε μπορεί να αναλωθεί για πάντα στους κεραυνούς της θείας οργής. 

Αυτό το οποίο εκφράσαμε εδώ μεταφορικά θα πρέπει να μπορεί να διατυπωθεί ξεκάθαρα και με σαφήνεια σε εννοιολογική μορφή: το νόημα του χρόνου στην οικονομία του σύμπαντος της ηθικής. Σ' αυτό, ο χρόνος δεν εξαλείφει απλώς τα ίχνη κάθε άδικης πράξης αλλά επίσης και λόγω της διάρκειάς του, πέρα από κάθε μνήμη και κάθε λήθη βοηθά, με τρόπους ολότελα μυστήριους, να ολοκληρωθεί η διαδικασία της συγχώρεσης, αν και ποτέ αυτή της συμφιλίωσης.


Σημ. Μτφ.: Να διαβαστεί παράλληλα με τα:
"Κριτική της Βίας"
"Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας" (ιδιαίτερα Θέση IX)

Gilles Deleuze, Οι ενοχλητικοί Παλαιστίνιοι

Γιατί οι Παλαιστίνιοι θα πρέπει να θεωρούνται «αξιόπιστοι συνομιλητές» όταν δεν έχουν χώρα; Γιατί να έχουν μια χώρα, αφού τους την πήραν; Δε...