Thursday, 8 January 2026

Edward Said: Η συνάντησή μου με τον Jean-Paul Sartre


Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, που κάποτε ήταν ο πιο διάσημος διανοούμενος, μέχρι πρόσφατα είχε σχεδόν εξαφανιστεί από το προσκήνιο. Λίγο μετά το θάνατό του το 1980, είχε ήδη δεχτεί επιθέσεις για την «τύφλωσή» του απέναντι στα σοβιετικά γκουλάγκ, ενώ ακόμη και ο ανθρωπιστικός του υπαρξισμός είχε γίνει αντικείμενο χλευασμού για τον οπτιμισμό, τον βολονταρισμό και την πούρα ενεργητική του εμβέλεια. Ολόκληρη η σταδιοδρομία του Σαρτρ αποτελούσε σκάνδαλο τόσο για τους αποκαλούμενους «νέους φιλοσόφους», των οποίων οι μέτριες επιδόσεις συναντούσαν απήχηση μόνο για τον ένθερμο αντικομμουνισμό τους, όσο και για τους μεταστρουκτουραλιστές και τους μεταμοντερνιστές που, με λίγες εξαιρέσεις, είχαν περιπέσει σε έναν μουντό τεχνοκρατικό ναρκισσισμό που ερχόταν σε βαθιά αντίθεση με τον λαϊκισμό του Σαρτρ και τις θαρραλέες δημόσιες πολιτικές του τοποθετήσεις.

Η τεράστια έκταση του έργου του Σαρτρ ως μυθιστοριογράφου, δοκιμιογράφου, θεατρικού συγγραφέα, βιογράφου, φιλόσοφου, πολιτικού στοχαστή και ενεργού ακτιβιστή φαινόταν να απωθεί περισσότερους ανθρώπους από όσους προσέλκυε. Από τον πιο συχνά μνημονευόμενο από τους Γάλλους maîtres penseurs, έγινε, μέσα σε περίπου είκοσι χρόνια, αυτός που διαβάζονταν και αναλύονταν λιγότερο. Οι θαρραλέες θέσεις του για την Αλγερία και το Βιετνάμ ξεχάστηκαν. Το ίδιο συνέβη και με το έργο του υπέρ των καταπιεσμένων, την τολμηρή του εμφάνιση ως μαοϊκός ριζοσπάστης κατά τη διάρκεια των φοιτητικών διαδηλώσεων του 1968 στο Παρίσι, καθώς και με το εξαιρετικό εύρος και την ξεχωριστή ποιότητα του λογοτεχνικού του έργου (για το οποίο κέρδισε, αλλά και αποποιήθηκε, το Νόμπελ Λογοτεχνίας). Είχε γίνει πλέον μια διασυρμένη πρώην διασημότητα, εκτός από τον αγγλοαμερικανικό κόσμο, όπου ποτέ δεν τον είχαν πάρει στα σοβαρά ως φιλόσοφο και όπου τον διάβαζαν πάντα με κάποια συγκαταβατικότητα ως έναν σχετικά συμπαθή περιστασιακό μυθιστοριογράφο και συγγραφέα απομνημονευμάτων, ανεπαρκώς αντικομμουνιστή, όχι τόσο κομψό και συναρπαστικό όσο ο (λιγότερο ταλαντούχος) Καμύ.

Στη συνέχεια, όπως συμβαίνει συχνά στη Γαλλία, η μόδα άρχισε να αλλάζει ξανά, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν από μακριά. Εμφανίστηκαν αρκετά βιβλία για τον ίδιο και για άλλη μια φορά έγινε (ίσως μόνο πρόσκαιρα) αντκείμενο συζήτησης, αν όχι ακριβώς μελέτης ή προβληματισμού. Για τη γενιά μου, ήταν πάντα ένας από τους μεγάλους πνευματικούς ήρωες του 20ού αιώνα, ένας άνθρωπος του οποίου η διορατικότητα και τα διανοητικά χαρίσματα ήταν στην υπηρεσία σχεδόν κάθε προοδευτικής υπόθεσης της εποχής μας. Ωστόσο, δεν τον θεωρούσαμε ούτε αλάθητο ούτε προφήτη. Αντίθετα, τον θαυμάζαμε για τις προσπάθειές του να κατανοήσει τις καταστάσεις και, όταν ήταν απαραίτητο, να σταθεί αλληλέγγυος σε πολιτικά αιτήματα, χωρίς συγκαταβατικότητα ή υπεκφυγές. Μπορούσε να κάνει λάθος εκτιμήσεις, ήταν συχνά επιρρεπής σε σφάλματα ή υπερβολές, αλλά ήταν πάντα μεγαλύτερος από το μπόι του. Σχεδόν όλα όσα έγραψε μου φαίνονταν ενδιαφέροντα μόνο και μόνο για την παρρησία τους, την ελευθερία τους (ακόμα και την ελευθερία να είναι φλύαρος) και τη γενναιοδωρία του πνεύματός του.

Με μια προφανή εξαίρεση, στην οποία θα ήθελα να αναφερθώ εδώ. Με ώθησαν να το κάνω δύο συναρπαστικές, αν και αποθαρρυντικές, συζητήσεις για την επίσκεψή του στην Αίγυπτο στις αρχές του 1967, που δημοσιεύτηκαν τον περασμένο μήνα στο λογοτεχνικό ένθετο της εβδομαδιαίας έκδοσης της εφημερίδας Al-Ahram. Η μία ήταν μια κριτική του πρόσφατου βιβλίου του Bernard-Henry Lévy για τον Σαρτρ, η άλλη ήταν μια κριτική του αποθανόντος Lotfi al-Kholi για την επίσκεψη αυτή (ο al-Kholi, κορυφαίος διανοούμενος, ήταν ένας από τους Αιγύπτιους οικοδεσπότες του Σαρτρ). Η δική μου μάλλον απογοητευτική εμπειρία με τον Σαρτρ υπήρξε ένα πολύ μικρό επεισόδιο σε μια ζωή που ήταν πλήρης μεγαλείου, αλλά αξίζει να το μνημονεύσω τόσο για το ειρωνικό του στοιχείο όσο και για την οδυνηρή αίσθηση που μου προκάλεσε.


Μια μικρή αυλή

Ήταν αρχές Ιανουαρίου του 1979 και βρισκόμουν στο σπίτι μου στη Νέα Υόρκη, προετοιμάζοντας ένα από τα μαθήματά μου. Το κουδούνι της πόρτας σήμανε την παράδοση ενός τηλεγραφήματος και καθώς το άνοιγα, παρατήρησα με ενδιαφέρον ότι ερχόταν από το Παρίσι. «Η επιθεώρηση Les Temps modernes σας προσκαλεί σε ένα σεμινάριο για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή που θα λάβει χώρα στο Παρίσι στις 13 και 14 Μαρτίου του τρέχοντος έτους. Παρακαλούμε απαντήστε. Υπογραφή: Simone de Beauvoir και Jean-Paul Sartre». Αρχικά σκέφτηκα ότι κάποιος μου έκανε πλάκα: θα μπορούσε να ήταν μια πρόσκληση από την Κόζιμα και τον Ρίχαρντ Βάγκνερ για το Μπαϊρόιτ, ή από από τον Τ. Σ. Έλιοτ και τη Βιρτζίνια Γουλφ για ένα απόγευμα στα γραφεία της λογοτεχνικής επιθεώρησης The Criterion. Μου πήρε δύο μέρες για να επιβεβαιώσω από φίλους στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι ότι ήταν πράγματι γνήσιο, και πολύ λιγότερο χρόνο για να στείλω την άνευ όρων αποδοχή μου (κι αυτό αφού έμαθα ότι les modalités, ο γαλλικός ευφημισμός για τα έξοδα ταξιδιού, θα καλύπτονταν από το Les Temps modernes, το διάσημο περιοδικό που ίδρυσε ο Σαρτρ μετά τον πόλεμο). Λίγες εβδομάδες αργότερα έφυγα για το Παρίσι.

Η επιθεώρηση Les Temps modernes είχε διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στη γαλλική, και αργότερα στην ευρωπαϊκή, πνευματική ζωή, ακόμη και σε αυτή του Τρίτου Κόσμου. Ο Σαρτρ είχε συγκεντρώσει γύρω του μια αξιοσημείωτη ομάδα διανοουμένων –που δεν συμφωνούσαν όλοι μαζί του– στην οποία περιλαμβάνονταν φυσικά η Μπωβουάρ, ο μεγάλος αντίπαλός του, Ραϋμόν Αρόν, ο διακεκριμένος φιλόσοφος και συμφοιτητής του στην Ecole Normale, Μωρίς Μερλώ-Ποντύ (ο οποίος αποχώρησε από το περιοδικό λίγα χρόνια αργότερα) και ο Μισέλ Λερίς, εθνογράφος, αφρικανιστής και θεωρητικός των ταυρομαχιών. Δεν υπήρχε σημαντικό θέμα που ο Σαρτρ και ο κύκλος του να μην είχαν πραγματευθεί, συμπεριλαμβανομένου του αραβοϊσραηλινού πολέμου του 1967, ο οποίος οδήγησε σε ένα ογκώδες τεύχος του Les Temps modernes –που με τη σειρά του αποτέλεσε το θέμα ενός λαμπρού δοκίμιου του I.F. Stone. Αυτό και μόνο έδωσε στο ταξίδι μου στο Παρίσι μια αξιοσημείωτη προτεραιότητα.

Κατά την άφιξή μου στο μικρό ξενοδοχείο μου στο Καρτιέ Λατέν, βρήκα ένα σύντομο και μυστηριώδες σημείωμα: «Για λόγους ασφαλείας», έλεγε το μήνυμα, «οι συναντήσεις θα πραγματοποιηθούν στο σπίτι του Μισέλ Φουκώ». Έχοντας τη διεύθυνση, έφτασα στις δέκα το πρωί της επόμενης μέρας στο σπίτι του Φουκώ, και βρήκα το μεγάλο διαμέρισμα ήδη γεμάτο κόσμο —αλλά ο ίδιος ο Σαρτρ δεν ήταν εκεί. Κανείς δεν εξήγησε ποτέ τους μυστηριώδεις «λόγους ασφαλείας» που είχαν οδηγήσει στην αλλαγή του χώρου, αν και γι' αυτόν τον λόγο οι συζητήσεις μας διεξήχθησαν σε ένα κλίμα αχρείαστα συνωμοτικό. Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ βρισκόταν ήδη εκεί, με το περίφημο τουρμπάνι της, και έδινε διάλεξη σε όποιον ήταν διατεθειμένος να την ακούσει για το προσεχές ταξίδι της στην Τεχεράνη με την Kate Millett, όπου σχεδίαζαν να διαδηλώσουν ενάντια στο τσαντόρ. Η όλη ιδέα μου φάνηκε βλακωδώς υπεροπτική, και παρόλη την προθυμία μου να ακούσω τι είχε να πει η ίδια η Μπωβουάρ, έδειχνε τόσο εγωκεντρική και απρόσιτη που δεν είχε νόημα να ανοίξω συζήτηση μαζί της εκείνη τη στιγμή. Εξάλλου, αναχώρησε περίπου μια ώρα αργότερα (λίγο πριν την άφιξη του Σαρτρ) και δεν την ξαναείδαμε.

Ο Μισέλ Φουκώ ήταν παρών, αλλά μου έδωσε γρήγορα να καταλάβω ότι δεν είχε τίποτα να συνεισφέρει στο σεμινάριο και ότι θα έφευγε αμέσως για την καθημερινή του έρευνα στη Bibliothèque Nationale. Χάρηκα που το βιβλίο μου Beginnings βρισκόταν σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη του, όπου ήταν στοιβαγμένα πολλά βιβλία, χαρτιά και περιοδικά, όλα τακτοποιημένα. Συζητήσαμε φιλικά, αλλά μόνο πολύ αργότερα (σχεδόν μια δεκαετία μετά το θάνατό του, το 1984) κατάλαβα γιατί ο Μισέλ Φουκώ δεν ήθελε να μιλήσει μαζί μου για την πολιτική της Μέσης Ανατολής. Στις βιογραφίες τους, τόσο ο Didier Eribon όσο και David Macey αποκαλύπτουν ότι το 1967 δίδασκε στην Τυνησία και ότι έφυγε εσπευσμένα από τη χώρα υπό ασυνήθιστες συνθήκες λίγο μετά τον πόλεμο του Ιουνίου. Ο Φουκώ είχε πει τότε ότι ο λόγος της εθελούσιας αναχώρησής του ήταν η αποστροφή του απέναντι στις «αντισημιτικές» αντι-ισραηλινές ταραχές της εποχής, που ήταν συχνές σε όλες τις αραβικές πόλεις μετά τη μεγάλη ήττα των Αράβων. Μια Τυνήσια συνάδελφός του στο τμήμα φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Τύνιδας μου διηγήθηκε μια διαφορετική ιστορία στις αρχές της δεκαετίας του 1990: ο Φουκώ, είπε, είχε απελαθεί λόγω των ομοφυλοφιλικών του δραστηριοτήτων με νεαρούς φοιτητές. Ακόμα δεν έχω ιδέα ποια εκδοχή είναι η σωστή. Την εποχή του σεμιναρίου στο Παρίσι, μου είπε ότι είχε μόλις επιστρέψει από ένα ταξίδι στο Ιράν ως ειδικός απεσταλμένος της Corriere della sera. «Πολύ συναρπαστικό, πολύ παράξενο, τρελό», θυμάμαι να λέει για εκείνες τις πρώτες μέρες της Ισλαμικής Επανάστασης. Νομίζω (ίσως λανθασμένα) ότι τον άκουσα να λέει ότι στην Τεχεράνη είχε μεταμφιεστεί με μια περούκα, αν και, λίγο μετά τη δημοσίευση των άρθρων του, αποστασιοποιήθηκε γρήγορα από ό,τι είχε να κάνει με το Ιράν. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Ζυλ Ντελέζ μου είπε ότι αυτός και ο Φουκώ, που κάποτε ήταν πολύ στενοί φίλοι, είχαν διαφωνήσει για το ζήτημα της Παλαιστίνης, με τον Φουκώ να εκφράζει την υποστήριξή του προς το Ισραήλ και τον Ντελέζ προς τους Παλαιστινίους.


Το παραγκωνισμένο παλαιστινιακό ζήτημα

Το διαμέρισμα του Φουκώ, αν και ευρύχωρο και προφανώς εξαιρετικά άνετο, ήταν κατάλευκο και απέριττο, ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς από έναν μοναχικό φιλόσοφο και αυστηρό στοχαστή, ο οποίος φαινόταν να ζει μόνος του εκεί. Μεταξύ των λίγων Παλαιστινίων και Ισραηλινών Εβραίων που ήταν παρόντες, αναγνώρισα μόνο τον Ibrahim Dakkak, ο οποίος έκτοτε έχει γίνει καλός μου φίλος στην Ιερουσαλήμ, τον Nafez Nazzal, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Birzeit, τον οποίο είχα γνωρίσει για λίγο στις Ηνωμένες Πολιτείες, και τον Yehoshofat Harkabi, τον κορυφαίο Ισραηλινό εμπειρογνώμονα για την «αραβική νοοτροπία», που στο παρλθόν ήταν επικεφαλής της ισραηλινής στρατιωτικής αντικατασκοπείας, τον οποίο η Γκόλντα Μέιρ ανάγκασε να παραιτηθεί επειδή έθεσε κατά λάθος τον στρατό σε κατάσταση συναγερμού. Τρία χρόνια νωρίτερα, είχαμε περάσει ένα χρόνο μαζί ως διδάσκοντες στο Κέντρο Μεταπτυχιακών Σπουδών στις Συμπεριφορικές Επιστήμες του Πανεπιστημίου Stanford, αλλά δεν είχαμε αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση μεταξύ μας. Ήμασταν πάντα ευγενικοί ο ένας προς τον άλλον, αλλά ποτέ εγκάρδιοι. Στο Παρίσι, βρισκόταν σε φάση αλλαγής στάσης, για να γίνει τελικά η πλέον διάσημη περιστερά του ισραηλινού κατεστημένου, ένας άνθρωπος που σύντομα θα μιλούσε ανοιχτά για την ανάγκη δημιουργίας ενός παλαιστινιακού κράτους, το οποίο θεωρούσε στρατηγικό πλεονέκτημα από την πλευρά του Ισραήλ. Οι άλλοι συμμετέχοντες ήταν κυρίως Ισραηλινοί ή Γάλλοι εβραίοι, από τους πιο θρήσκους έως τους πιο άθρησκους, αν και όλοι τους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, φιλοσιωνιστές. Ένας από αυτούς, ο Eli Ben Gal, φαινόταν να γνωρίζει τον Σαρτρ από καιρό: αργότερα μας είπαν ότι υπήρξε ξεναγός του Σαρτρ σε ένα πρόσφατο ταξίδι του στο Ισραήλ.

Όταν ο μεγάλος άνδρας έκανε τελικά την εμφάνισή του, πολύ μετά την προγραμματισμένη ώρα, ταράχτηκα βλέποντας πόσο γέρος και αδύναμος έδειχνε. Θυμάμαι ότι, μάλλον άσκοπα και ανόητα, του σύστησα τον Φουκώ και επίσης ότι περιστοιχιζόταν συνεχώς από μια μικρή αυλή ανθρώπων που κύρια δουλειά τους ήταν να τον υποστηρίζουν και να τον καθοδηγούν, από τους οποίους φαινόταν πλήρως εξαρτημένος. Ανάμεσά τους ήταν η υιοθετημένη [από την Μπωβουάρ] κόρη του, η οποία, όπως έμαθα αργότερα, έγινε η εκτελέστρια της λογοτεχνικής διαθήκης του. Μου είπαν ότι ήταν αλγερινής καταγωγής. Υπήρχε επίσης ο Pierre Victor, ένας πρώην μαοϊκός, συνεκδότης με τον Σαρτρ της πάλαι ποτέ εφημερίδας Cause du peuple της οργάνωσης Gauche prolétarienne, ο οποίος είχε εξελιχθεί σε έναν βαθιά θρησκευόμενο εβραίο, ορθόδοξο υποθέτω. Μου προκάλεσε μεγάλη έκπληξη όταν έμαθα αργότερα από ένα μέλος της συντακτικής ομάδας, ότι επρόκειτο για έναν Αιγύπτιο εβραίο ονόματι Benny Lévy, αδελφό του Adel Ref’at (γεννημένο Levy), ενός από τους λεγόμενους «Δίδυμους Mahmoud Hussein» —ο άλλος ήταν ο Αιγύπτιος μουσουλμάνος Baghat El Nadi: με αυτό το όνομα εργάζονταν και οι δύο στην Unesco, και ως «Mahmoud Hussein» έγραψαν το Egypte. lutte de classes et libération nationale, ένα διάσημο δοκίμιο που εκδόθηκε από τον Maspero. Ο Victor δεν έμοιαζε καθόλου με Αιγύπτιο· ήταν ένας διανοούμενος της αριστερής όχθης, μισός στοχαστής και μισός λαμόγιο. Τρίτη ήταν η Hélène von Bülow, η οποία, ως τρίγλωσση, εργαζόταν στην εφημερίδα και μετέφραζε κείμενα για τον Σαρτρ. Προς μεγάλη έκπληξη και απογοήτευσή μου συνειδητοποίησα ότι, αν και είχε περάσει κάποιο διάστημα στη Γερμανία και είχε γράψει όχι μόνο για τον Χάιντεγκερ, αλλά και για τον Φώκνερ και τον Ντος Πάσος, ο Σαρτρ δεν γνώριζε ούτε γερμανικά ούτε αγγλικά. Η Von Bülow, μια ευγενική και κομψή γυναίκα, παρέμεινε στο πλευρό του Σαρτρ κατά τη διάρκεια των δύο ημερών του σεμιναρίου, μεταφράζοντας τα πάντα ψιθυριστά στο αυτί του. Εκτός από έναν Παλαιστίνιο από τη Βιέννη που μιλούσε μόνο αραβικά και γερμανικά, η συζήτησή μας έγινε στα αγγλικά. Ποτέ δεν θα μάθω πόσα κατάλαβε πραγματικά ο Σαρτρ, αλλά ήταν (για μένα και τους άλλους) πολύ ανησυχητικό να τον βλέπουμε να παραμένει σπόλυτα σιωπηλός καθ' όλη τη διάρκεια της πρώτης ημέρας. Ο Michel Contat, ο βιογράφος του, ήταν επίσης εκεί, αλλά δεν συμμετείχε.

Σύμφωνα με το γαλλικό στυλ, το μεσημεριανό γεύμα —το οποίο, σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, δεν θα διαρκούσε περισσότερο από μία ώρα— αποδείχθηκε μια περίπλοκη υπόθεση. Θα γινόταν σε ένα εστιατόριο που βρισκόταν σε κάποια απόσταση. Με την άφιξη όλων με ταξί, λόγω της βροχής, τη διαδοχή τεσσάρων πιάτων και την επιστροφή της ομάδας, πήρε τρεις ώρες και μισή.
Τα θέματα καθορίστηκαν από τον Victor χωρίς να συμβουλευτεί κανέναν, από όσο γνωρίζω. Από την αρχή, κατάλαβα ότι αυτός έκανε κουμάντο, λόγω της προνομιακής σχέσης του με τον Σαρτρ (με τον οποίο μερικές φορές αντάλλασαν ψιθυριστά κάποια λόγια) και λόγω της αλαζονικής αυτοπεποίθησής του. Θα συζητούσαμε: 1) την αξία της ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ —ήταν η εποχή του Καμπ Ντέιβιντ 2) την ειρήνη μεταξύ Ισραήλ και αραβικού κόσμου γενικά, και 3) το μάλλον πιο θεμελιώδες ζήτημα της μελλοντικής συνύπαρξης του Ισραήλ Ισραήλ με τον περιβάλλοντα αραβικό κόσμο.

Κανένας από τους Άραβες δεν φαινόταν ικανοποιημένος. Εγώ, από την πλευρά μου, λυπόμουν που παραγκωνίζαμε το παλαιστινιακό ζήτημα. Ο Dakkak ένιωθε άβολα με την όλη κατάσταση και έφυγε στο τέλος της πρώτης ημέρας. Τον είχαν διαβεβαιώσει ότι θα παρευρίσκονταν Αιγύπτιοι διανοούμενοι και, όταν δεν είδε να έρχεται κανείς, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να μείνει περισσότερο.

Όπως ο Φαμπρίτσιο στο Βατερλώ

Καθώς προχωρούσε η μέρα, ανακάλυψα σιγά-σιγά ότι είχαν προηγηθεί πολλές διαπραγματεύσεις για την προετοιμασία του σεμιναρίου και ότι η συμμετοχή του αραβικού κόσμου είχε υπονομευτεί και περιοριστεί σε λίγους εκπροσώπους. Λυπήθηκα που δεν είχα συμμετάσχει στις διαβουλεύσεις. Ίσως ήμουν πολύ αφελής, πολύ ανυπόμονος να έρθω στο Παρίσι για να συναντήσω τον Σαρτρ, σκέφτηκα… Υπήρχαν φήμες ότι θα συμμετείχε ο Εμμανυέλ Λεβινάς, αλλά, όπως και οι Αιγύπτιοι διανοούμενοι που μας είχαν υποσχεθεί, δεν εμφανίστηκε ποτέ. Όλες οι συζητήσεις μας ηχογραφήθηκαν και στη συνέχεια δημοσιεύτηκαν σε ένα ειδικό τεύχος των Temps modernes (Σεπτέμβριος 1979). Θεώρησα ότι ήταν αρκετά απογοητευτικό. Καλύπταμε θέματα που ήταν λίγο πολύ γνωστά, χωρίς να υπάρχει πραγματική αντιπαράθεση ιδεών και με ακόμη λιγότερο άξια ενδιαφέροντος συμπεράσματα.

Είχα την ανησυχία ότι η συνάντηση θα περιοριζόταν σε ένα λεκτικό παιχνίδι, αλλά ήθελα να παρευρεθώ για τον διοργανωτή, τον ίδιο τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ αποδείχθηκε μεγάλη απογοήτευση και, επιπλέον, μετά από μια ώρα δογματικής και φλύαρης ομιλίας για το Ισλάμ και το τσαντόρ, έφυγε. Δεδομένων των περιστάσεων, δεν μετάνιωσα για την απουσία της, αλλά αργότερα είχα πειστεί ότι θα είχε ζωντανέψει την ατμόσφαιρα στη συζήτηση. Όσο για την παρουσία του Σαρτρ, ή μάλλον ό,τι είχε απομείνει από αυτήν, ήταν παράξενα παθητική, αδιάφορη, χωρίς συναίσθημα. Για ώρες δεν είπε απολύτως τίποτα. Στο μεσημεριανό γεύμα, καθισμένος απέναντί μου, έδειχνε κουρασμένος, κλεισμένος στον εαυτό του, με αυγά και μαγιονέζα να τρέχουν ατυχώς το πρόσωπό του. Προσπάθησα να ανοίξω κουβέντα μαζί του, αλλά μάταια. Ίσως ήταν κουφός, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Εν πάση περιπτώσει, μου φάνηκε σαν σκιά του παλιού εαυτού του, με την παροιμιώδη ασχήμια του, την πίπα του και τα άχρωμα ρούχα του να κρέμονται πάνω του σαν αξεσουάρ σε μια έρημη θεατρική σκηνή. Κατά τη διάρκεια του γεύματος και της απογευματινής συνεδρίασης, συνειδητοποίησα ότι ο Pierre Victor έπαιζε, θα έλεγα, τον ρόλο του σταθμάρχη, και μεταξύ των τρένων ήταν και ο ίδιος ο Σαρτρ. Ανεξάρτητα από τις μυστηριώδεις συνεννοήσεις τους στο τραπέζι, ο Victor και ο Σαρτρ σηκώνονταν από καιρό σε καιρό, ο Victor οδηγούσε τον γέρο, που περπατούσε αργά, σε ένα απομονωμένο σημείο, του μιλούσε βιαστικά, έπαιρνε εδώ και εκεί ένα ή δύο νεύματα με το κεφάλι, και το δίδυμο επέστρεφε.

Εκείνη την εποχή, είχα εμπλακεί πολύ ενεργά στην παλαιστινιακή πολιτική: το 1977, έγινα μέλος του Παλαιστινιακού Εθνικού Συμβουλίου και, κατά τη διάρκεια των συχνών ταξιδιών μου στη Βηρυτό για να δω τη μητέρα μου (ήταν η περίοδος του εμφυλίου πολέμου στον Λίβανο), συναντούσα τακτικά τον Αραφάτ και τους περισσότερους από τους τότε Παλαιστίνιους ηγέτες. Πίστευα ότι θα ήταν μεγάλη επιτυχία να πείσω τον Σαρτρ να κάνει μια δήλωση υπέρ των Παλαιστινίων, σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή της θανάσιμης αναμέτρησής μας με το Ισραήλ.

Εν τω μεταξύ, όλοι οι παριστάμενοι στο σεμινάριο ήθελαν να πουν τα δικά τους, καθιστώντας αδύνατη την ανάπτυξη ενός επιχειρήματος, αν και σύντομα έγινε σαφές ότι η ενίσχυση του Ισραήλ (αυτό που σήμερα ονομάζεται «ομαλοποίηση») ήταν το πραγματικό αντικείμενο της συνάντησης, όχι οι Άραβες ή οι Παλαιστίνιοι. Βρέθηκα ακριβώς στην ίδια θέση με πολλούς Άραβες πριν από μένα, οι οποίοι, με τις καλύτερες προθέσεις, είχαν θεωρήσει σκόπιμο να προσπαθήσουν να πείσουν έναν εξαιρετικά σημαντικό διανοούμενο (όπως ήταν ο Σαρτρ ή άλλοι του διαμετρήματός του), για το δίκαιο της υπόθεσής τους, με την ελπίδα ότι θα γινόταν ένας νέος Arnold Toynbee ή Sean McBride —κάτι που συμβαίνει σπάνια... Ο Σαρτρ μου φάνηκε ότι άξιζε τον κόπο, απλώς και μόνο επειδή δεν μπορούσα να ξεχάσω τη στάση του απέναντι στην Αλγερία (βλ. «Ces “traîtres” qui sauvèrent l’honneur de la France» [Αυτοί οι “προδότες” που έσωσαν την τιμή της Γαλλίας] η οποία, για έναν Γάλλο, πρέπει να ήταν πιο δύσκολη συγκριτικά με μια κριτική απέναντι στο Ισραήλ. Προφανώς, έκανα λάθος.

Καθώς οι φλύαρες και άγονες συζητήσεις συνεχίζονταν από το πρωί, σκεφτόμουν διαρκώς ότι είχα έρθει στη Γαλλία για να ακούσω τι είχε να πει ο Σαρτρ, όχι ανθρώπους των οποίων τις απόψεις ήδη γνώριζα και δεν τις έβρισκα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Έτσι, νωρίς το απόγευμα, διέκοψα θρασύτατα τη συζήτηση και επέμεινα να ακούσουμε αμέσως τον Σαρτρ, κάτι που προκάλεσε αναστάτωση στον περίγυρό του. Η συνεδρίαση διακόπηκε, ενώ εκείνοι άρχισαν να διαβουλεύονται εσπευσμένα μεταξύ τους σε κατάσταση πανικού. Πρέπει να ομολογήσω ότι το όλο σκηνικό μου φάνηκε κωμικοτραγικό, καθώς ο ίδιος ο Σαρτρ δεν φαινόταν να συμμετέχει καθόλου στις διαβουλεύσεις που αφορούσαν ακριβώς τη συμμετοχή του! Τελικά, ένας εμφανώς εκνευρισμένος Pierre Victor μας κάλεσε να επιστρέψουμε στο τραπέζι, και με την πομπώδη επιτήδευση ενός Ρωμαίου συγκλητικού μάς ανακοίνωσε: «Demain Sartre parlera» [Αύριο ο Σαρτρ θα μιλήσει]. Και έτσι αποσυρθήκαμε, με έντονη προσμονή για τις διαδικασίες της επόμενης μέρας και την τοποθέτηση του μεγάλου ανδρός.

Την επόμενη μέρα, ο Σαρτρ είχε πράγματι κάτι για εμάς: ένα δακτυλογραφημένο κείμενο περίπου δύο σελίδων που, κατά κύριο λόγο —γράφω αποκλειστικά με βάση μια εικοσαετή ανάμνηση της στιγμής—, εξυμνούσε το θάρρος του Προέδρου της Αιγύπτου, Ανουάρ Σαντάτ, με τις πιο τετριμμένες κοινοτοπίες. Δεν θυμάμαι να λέει και πολλά για τους Παλαιστίνιους, το τραγικό τους παρελθόν και τα κατεχόμενα εδάφη τους. Σίγουρα δεν υπήρχε καμία αναφορά στην αποικιοκρατική πολιτική του Ισραήλ, εφάμιλλη από πολλές απόψεις με αυτήν της Γαλλίας στην Αλγερία. Ήταν τόσο ενημερωτικό όσο ένα τηλεγράφημα του πρακτορείου Reuters, προφανώς γραμμένο από τον διαβόητο Victor για να βγάλει από τη δύσκολη θέση τον Σαρτρ, τον οποίο φαινόταν να έχει υπό τον απόλυτο έλεγχό του. Έμεινα συγκλονισμένος συνειδητοποιώντας ότι αυτός ο τιτάνας του πνεύματος είχε υποκύψει, στα στερνά του, σε έναν τόσο αντιδραστικό μέντορα, και ότι, όσον αφορά το Παλαιστινιακό, ένα ζήτημα που στα μάτια μου ήταν ηθικά και πολιτικά επείγον —σίγουρα στο ίδιο επίπεδο με την Αλγερία και το Βιετνάμ—, ο παλιός υπέρμαχος των καταπιεσμένων δεν μπορούσε να βρει τίποτα να προσφέρει πέρα από τον πιο συμβατικό, δημοσιογραφικό έπαινο για έναν ήδη διάσημο Αιγύπτιο ηγέτη. Για το υπόλοιπο της ημέρας, ο Σαρτρ επέστρεψε στη σιωπή του και η διαδικασία συνεχίστηκε όπως προηγουμένως. Θυμήθηκα μια ανέκδοτη ιστορία σύμφωνα με την οποία, είκοσι χρόνια νωρίτερα, ο Σαρτρ είχε ταξιδέψει στη Ρώμη για να συναντήσει τον Φραντς Φανόν (ο οποίος τότε πέθαινε από λευχαιμία) και του μίλησε για τα δράματα της Αλγερίας επί (όπως ισχυριζόταν) 16 ώρες χωρίς διακοπή, μέχρι που η Σιμόν τον έκανε να σταματήσει. Αυτός ο Σαρτρ είχε χαθεί για πάντα.

Όταν τα πρακτικά του σεμιναρίου δημοσιεύθηκαν λίγους μήνες αργότερα, η παρέμβαση του Σαρτρ είχε υποστεί επεξεργασία και είχε γίνει ακόμη πιο ανώδυνη. Για ποιο λόγο, δεν μπορώ να φανταστώ, ούτε προσπάθησα να το μάθω. Παρόλο που έχω ακόμα το τεύχος των Temps modernes στο οποίο εμφανιζόμασταν όλοι, δεν κατάφερα να ξαναδιαβάσω παρά μόνο μερικά αποσπάσματα, τόσο κοινότοπες και ανιαρές μου φαίνονται τώρα οι σελίδες του. Είχα πάει να ακούσω τον Σαρτρ στο Παρίσι με το ίδιο πνεύμα με το οποίο ο Σαρτρ είχε προσκληθεί στην Αίγυπτο, για να τον δουν και να του μιλήσουν οι Άραβες διανοούμενοι —με το ίδιο αποτέλεσμα, αν και η δική μου συνάντηση σημαδεύτηκε, για να μην πω αμαυρώθηκε, από την παρουσία ενός αντιπαθητικού μεσάζοντα, του Pierre Victor, ο οποίος έκτοτε έχει περιπέσει, όπως του άξιζε, στην αφάνεια. Ήμουν, σκέφτηκα τότε, σαν τον Φαμπρίτσιο, τον ήρωα στο Μοναστήρι της Πάρμας του Σταντάλ, που έψαχνε τη μάχη του Βατερλώ —προσωποποίηση της αποτυχίας και της απογοήτευσης.

Διαφορετικός από το ίνδαλμά του, τον Ζαν Ζενέ

Μια τελευταία λεπτομέρεια. Πριν από μερικούς μήνες, έτυχε να δω ένα μέρος του «Bouillon de culture», της τηλεοπτικής εκπομπής του Bernard Pivot, που μεταδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες λίγο μετά την προβολή της στη Γαλλία. Η εκπομπή αφορούσε τον Σαρτρ, την καθυστερημένη μεταθανάτια αποκατάστασή του και την πρόσφατη επιστροφή του στο προσκήνιο, μετά τη συνεχιζόμενη επίμονη κριτική για τα πολιτικά του αμαρτήματα. Ο Bernard-Henri Lévy —δύσκολο να βρει κανείς, από την άποψη των πνευματικών προσόντων όσο και του πολιτικού θάρρους, κάποιον τόσο διαφορετικό από τον Σαρτρ— ήταν εκεί για να προωθήσει το φαινομενικά ευνοϊκό δοκίμιο που είχε γράψει για τον γέρο φιλόσοφο (ομολογώ ότι δεν το έχω διαβάσει και δεν σκοπεύω να το κάνω). Ο Σαρτρ δεν ήταν τελικά και τόσο κακός, παραδέχτηκε συγκαταβατικά ο BHL, τελικά υπήρχαν κάποια πράγματα σε αυτόν αξιοθαύμαστα και πολιτικά ορθά. Ο BHL ήθελε έτσι να αντισταθμίσει αυτό που θεωρούσε ως βάσιμη κριτική στον Σαρτρ (που μετατράπηκε σε ένα αηδιαστικό μάντρα από τον Paul Johnson), το ότι είχε πάντα άδικο σχετικά με τον κομμουνισμό. «Για παράδειγμα», είπε ο BHL, «ο Σαρτρ δεν έκανε ποτέ συμβιβασμούς και παρέμεινε απόλυτος υποστηρικτής του εβραϊκού κράτους».

Για λόγους που ακόμα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα, ο Σαρτρ παρέμεινε πράγματι σταθερά προσηλωμένος σε μια θεμελιωδώς φιλοσιωνιστική στάση. Το αν αυτό οφειλόταν στον φόβο του μήπως φανεί αντισημίτης, είτε στο ότι ένιωθε ενοχή για το Ολοκαύτωμα, είτε στο ότι δεν επέτρεπε στον εαυτό του να αναγνωρίσει τους Παλαιστινίους ως θύματα που αγωνίζονται ενάντια στην αδικία του Ισραήλ, είτε για κάποιον άλλο λόγο, δεν θα το μάθω ποτέ. Το μόνο που ξέρω είναι ότι, στα γεράματά του, δεν ήταν πολύ διαφορετικός από ό,τι ήταν παλιά: μια πικρή απογοήτευση για όλους τους Άραβες, εκτός από τους Αλγερινούς, που δικαίως θαύμαζαν τις άλλες του θέσεις και το έργο του. Ο Μπέρτραντ Ράσελ σίγουρα τα πήγε καλύτερα: παρόλο που στα τελευταία του χρόνια, όπου επηρεαζόταν, και σύμφωνα με ορισμένους, χειραγωγούνταν πλήρως από τον συμφοιτητή μου στο Prinston και πρώην φίλο μου, Ralph Schoenman, υιοθέτησε πράγματι αρκετά κριτικές θέσεις απέναντι στην πολιτική του Ισραήλ έναντι των Αράβων.

Αναρωτιέμαι γιατί οι μεγάλοι άνδρες, στα γεράματά τους, άλλοτε καταντούν υποχείρια πονηρών νεότερών τους, άλλοτε παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια άκαμπτη πολιτική στάση. Είναι απογοητευτικό, αλλά αυτό ισχύει στην περίπτωση του Σαρτρ. Με εξαίρεση την Αλγερία, το δίκαιο της αραβικής υπόθεσης δεν τον συγκίνησε ποτέ ίσως εξαιτίας του Ισραήλ, ή λόγω μιας στοιχειώδους έλλειψης συμπάθειας, που συνδέεται με πολιτισμικούς ή ενδεχομένως θρησκευτικούς λόγους, αυτό δεν μπορώ να το ξέρω. Σε αυτό, ήταν εντελώς διαφορετικός από το ίνδαλμά του, τον Ζαν Ζενέ, τον παλιό του φίλο, ο οποίος επισφράγισε το παράξενο πάθος του για τους Παλαιστινίους με μια μακρά παραμονή ανάμεσά τους, αλλά και με τα εξαιρετικά γραφτά του «Quatre Heures à Sabra et Chatila» [Τέσσερις ώρες στη Σάμπρα και Σατίλα] και Un Captif amoureux [Ένας ερωτευμένος αιχμάλωτος].
Ένα χρόνο μετά τη σύντομη και απογοητευτική συνάντησή μας στο Παρίσι, ο Σαρτρ πέθανε. Θυμάμαι πολύ έντονα πόσο θρήνησα τον θάνατό του.




Το κείμενο αυτό του Edward Said δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2000 στην αιγυπτιακή εφημερίδα Al Ahram. Αναδημοσιεύθηκε, μεταφρασμένο στα αγγλικά, στο London Review of Books τον Ιούνιο του 2000 και στα γαλλικά στη Le Monde diplomatique τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Η ελληνική μετάφραση διατηρεί τους μεσότιτλους της γαλλικής μετάφρασης.

Wednesday, 31 December 2025

Giorgio Agamben: Θεός, άνθρωπος, ζώο


Όταν ο Νίτσε, πριν από σχεδόν 150 χρόνια, έκανε τη διάγνωσή του για τον θάνατο του Θεού, πίστευε ότι αυτό το άνευ προηγουμένου γεγονός θα άλλαζε ριζικά την ύπαρξη των ανθρώπων στη γη. «Πού βρiσκόμαστε τώρα; – έγραφε – Δεν είμαστε σε μια συνεχή πτώση; […] Υπάρχει ακόμα πάνω και κάτω; Μήπως περιπλανιόμαστε σε ένα άπειρο κενό;». Και ο Κιρίλοφ, ο χαρακτήρας από τους «Δαιμονισμένους», τα λόγια του οποίου ο Νίτσε είχε μελετήσει προσεκτικά, σκεφτόταν τον θάνατο του Θεού με το ίδιο φλογερό πάθος και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αδήριτη συνέπεια ήταν η απελευθέρωση μιας θέλησης χωρίς όρια και, ταυτόχρονα, η αναισθησία και η αυτοκτονία: «Αν υπάρχει Θεός, εγώ είμαι ο Θεός... Αν υπάρχει Θεός, όλη η βούληση είναι δική του και δεν μπορώ να ξεφύγω από τη βούλησή του. Αν δεν υπάρχει Θεός, όλη η βούληση είναι δική μου και είμαι υποχρεωμένος να επιβεβαιώσω την ελεύθερη βούλησή μου... Είμαι υποχρεωμένος να πυροβολήσω τον εαυτό μου, γιατί η πληρέστερη έκφραση της ελεύθερης βούλησής μου είναι να σκοτώσω τον εαυτό μου».

Ένα γεγονός που δεν πρέπει να πάψουμε να αναλογιζόμαστε είναι ότι, ενάμιση αιώνα μετά, αυτό το πάθος φαίνεται να έχει πλέον εξαφανιστεί εντελώς. Οι άνθρωποι επέζησαν ήρεμα από τον θάνατο του Θεού και συνεχίζουν να ζουν χωρίς να το κάνουν θέμα, σαν να μην συνέβη τίποτα. Σαν να μην συνέβη τίποτα, ακριβώς. Ο μηδενισμός, τον οποίο οι Ευρωπαίοι διανοούμενοι είχαν αρχικά χαιρετίσει ως τον πιο ανησυχητικό επισκέπτη, έχει γίνει μια καθημερινή, χλιαρή και αδιάφορη κατάσταση, με την οποία, αντίθετα με ό,τι πίστευαν ο Τουργκένιεφ και ο Ντοστογιέφσκι, ο Νίτσε και ο Χάιντεγκερ, είναι δυνατόν να συνυπάρχει κανείς ήσυχα, συνεχίζοντας να αναζητά χρήματα και εργασία, να παντρεύεται και να χωρίζει, να ταξιδεύει και να πηγαίνει διακοπές. Ο άνθρωπος περιπλανιέται σήμερα χωρίς να το σκέφτεται σε μια ουδέτερη ζώνη, πέρα όχι μόνο από το θείο και το ανθρώπινο, αλλά και (χάριν εκείνων των καλοθελητών που θεωρητικολογούν κυνικά για μια επιστροφή των ανθρώπων στη φύση) από το ζωώδες.

Σίγουρα όλοι θα συμφωνήσουν ότι όλα αυτά δεν έχουν νόημα, ότι χωρίς το θείο δεν ξέρουμε πια πώς να σκεφτούμε τον άνθρωπο και το ζώο, αλλά αυτό σημαίνει απλώς ότι τα πάντα και το τίποτα είναι πλέον δυνατά. Τίποτα: δηλαδή ότι τελικά δεν υπάρχει πια ο κόσμος, αλλά παραμένει η γλώσσα (αυτή είναι, αν το καλοσκεφτούμε, η μόνη σημασία του όρου «τίποτα» – ότι η γλώσσα καταστρέφει, όπως κάνει, τον κόσμο, πιστεύοντας ότι μπορεί να επιβιώσει από αυτόν). Τα πάντα: ίσως ακόμη – και αυτό είναι για εμάς αποφασιστικό – η εμφάνιση μιας νέας μορφής – νέας, δηλαδή αρχαϊκής και, ταυτόχρονα, πολύ κοντινής, τόσο κοντινής που δεν μπορούμε να τη δούμε. Ποιανού και τι; Του θείου, του ανθρώπινου, του ζωώδους;

Πάντα σκεφτόμασταν το ζωντανό μέσα σε αυτή την τριάδα, πολύτιμη και αβέβαιη ταυτόχρονα, παίζοντας πάντα με το ένα εναντίον του άλλου ή το ένα με το άλλο. Δεν είναι άραγε καιρός να θυμηθούμε πότε το ζωντανό δεν ήταν ακόμα ούτε θεός, ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο, αλλά απλά μια ψυχή, δηλαδή μια ζωή;


                                                              Giorgio Agamben, Dio, uomo, animale
18 Μαρτίου 2024

Tuesday, 23 September 2025

Giorgio Agamben: Πού βρισκόμαστε;



Στην κόλαση. Κάθε συζήτηση που δεν ξεκινά από αυτή την παραδοχή είναι απλά αβάσιμη. Οι κύκλοι στους οποίους βρισκόμαστε δεν είναι διατεταγμένοι κάθετα, αλλά διάσπαρτοι στον κόσμο. Όπου οι άνθρωποι συναγελάζονται, δημιουργούν κόλαση. Οι κύκλοι και τα βάραθρα είναι παντού γύρω μας, και αναγνωρίζουμε, όπως στα Caprichos του Γκόγια, τα τέρατα και τους διαβόλους που τα διαφεντεύουν.
Τι μπορούμε να κάνουμε σε αυτή την κόλαση; Όχι τόσο ή όχι μόνο, όπως έλεγε ο Italo, να φυλάξουμε ένα κομμάτι του καλού, αυτό που στην κόλαση δεν είναι κόλαση. Επειδή και αυτό έχει μολυνθεί, εν όλω ή εν μέρει – σε κάθε περίπτωση no te escaparas. Καλύτερα σταμάτα, σιώπησε, παρατήρησε και, την κατάλληλη στιγμή, μίλα, σπάσε το παραπέτασμα των ψεμάτων πάνω στο οποίο στηρίζεται η κόλαση. Γιατί η ίδια η κόλαση είναι ένα ψέμα, το ψέμα του ψεύδους που εμποδίζει το πέρασμα προς το μη-κολασμένο, προς το χαρούμενο, απλό, άναρχο υπάρχον. Προς την άγνωστη επικράτεια που η κόλαση σκεπάζει κάθε φορά με το κράτος της, σαν να μην υπήρχε άλλη δυνατότητα έξω από τα βάραθρα και τους κύκλους στους οποίους σε έχουν ήδη αναγκαστικά εγγράψει. Γίνε εσύ το σημείο, το κατώφλι, το απροσπέλαστο από το κράτος, όπου αναδύεται το δυνατό, η μόνη αληθινή πραγματικότητα. Η σκέψη δεν συνίσταται στο να πραγματοποιήσεις το δυνατό, όπως σε προσκαλούν να κάνεις οι δαίμονες, αλλά στο να κάνεις δυνατό το πραγματικό, στο να βρεις μια διέξοδο από το αναπόδραστο των γεγονότων που η κυρίαρχη ιδεολογία προσπαθεί να επιβάλει σε κάθε σφαίρα – και πρώτα απ' όλα στην πολιτική. 

Giorgio Agamben, Dove siamo?

15 Σεπτεμβρίου 2025
Quodlibet





Sunday, 7 September 2025

Giorgio Agamben: Για τα πράγματα που δεν υπάρχουν

Antonio Ciseri, Ecce Homo

Η Cristina Campo έγραψε κάποτε: «Τι άλλο υπάρχει αληθινά σε αυτόν τον κόσμο αν όχι αυτό που δεν είναι αυτού του κόσμου;». Πρόκειται πιθανώς για μια παραπομπή στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (18.36) όπου ο Ιησούς δηλώνει στον Πιλάτο: «ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο, ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν». Έχει λοιπόν αποφασιστική σημασία να αναρωτηθούμε για το νόημα και τον τρόπο ύπαρξης αυτού που δεν είναι αυτού του κόσμου. Αυτό κάνει ο Πιλάτος, ο οποίος, σαν να ήθελε να κατανοήσει το καθεστώς αυτής της ειδικής βασιλείας, τον ρωτά αμέσως: «βασιλεὺς εἶ σύ;». Η απάντηση του Ιησού, για όσους μπορούν να την κατανοήσουν, παρέχει μια πρώτη ένδειξη για το νόημα μιας βασιλείας που υπάρχει, αλλά δεν είναι από εδώ: «σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ. ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ». Και σε αυτό το σημείο ο Πιλάτος θέτει την περίφημη ερώτηση, που ο Νίτσε χαρακτήρισε «την πιο λεπτή παρατήρηση όλων των εποχών»: «Τι είναι η αλήθεια;». Η βασιλεία που δεν είναι αυτού του κόσμου απαιτεί να μαρτυρήσουμε την αλήθεια της, και αυτό που ο Πιλάτος δεν καταλαβαίνει είναι ότι κάτι μπορεί να είναι αληθινό χωρίς να υπάρχει στον κόσμο. Δηλαδή, υπάρχουν πράγματα τα οποία κατά κάποιο τρόπο υπάρχουν, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομικής ετυμηγορίας για το αν είναι πραγματικά αληθή ή ψευδή, όπως αυτό που εξετάζεται στη δίκη που διεξάγει ο Πιλάτος.

Ο Furio Jesi, διερευνώντας την πραγματικότητα του μύθου, πρότεινε μια λύση που μπορεί να μας φανεί χρήσιμη: αν τα εν λόγω πράγματα σε αυτό που ονομάζει μυθολογική μηχανή «υπάρχουν, αλλά βρίσκονται σε έναν "άλλο κόσμο": δεν είναι εδώ». Και αμέσως προσθέτει: «δεν υπάρχει ακριβέστερη πίστη σε έναν "άλλο κόσμο" που δεν είναι εδώ από τη δήλωση ότι ένας τέτοιος "άλλος κόσμος" δεν υπάρχει». Είναι λοιπόν κατανοητό τι εννοεί ο Ιησούς όταν λέει ότι η βασιλεία του δεν είναι  αυτού του κόσμου. Η βασιλεία του δεν είναι εδώ, αλλά δεν είναι, για αυτόν τον λόγο, χωρίς νόημα. Αντιθέτως, ήρθε σε αυτόν τον κόσμο για να μαρτυρήσει αυτό που δεν είναι αυτού του κόσμου, τα πράγματα που δεν είναι εδώ. Και αυτό ακριβώς πρέπει να είχε στο μυαλό της η Cristina Campo: πραγματικά επείγοντα και σημαντικά για τη ζωή της σε αυτόν τον κόσμο είναι μόνο τα πράγματα που δεν είναι αυτού του κόσμου, ή, μάλλον, δεν υπάρχουν.

Είναι καλό να αναλογιστούμε με ιδιαίτερη προσοχή, ειδικά σήμερα που η ανάγκη για αλήθεια φαίνεται να έχει εξαφανιστεί από τον κόσμο, την ιδιαίτερη κατάσταση των πραγμάτων τα οποία, αν και δεν ανήκουν σε αυτόν τον κόσμο, έχουν πραγματική σημασία για εμάς και καθοδηγούν τις σκέψεις και τις πράξεις μας σε αυτόν τον κόσμο. Όπως υποδηλώνει ο Jesi, θα ήταν πράγματι ασυγχώρητο λάθος να συγχέουμε πράγματα που δεν υπάρχουν με αυτά που υπάρχουν, προσποιούμενοι ότι απλά υπάρχουν. Η διαφορά τους αναδύεται σαφώς στη διάκριση μεταξύ εξέγερσης και επανάστασης, την οποία ο Jesi προσπαθεί να ορίσει επακριβώς. Η επανάσταση είναι ο στόχος που θέτουν όσοι πιστεύουν μόνο στα πράγματα αυτού του κόσμου και, ως εκ τούτου, επικεντρώνονται στις συνθήκες και το χρονοδιάγραμμα της πιθανής υλοποίησής τους στον ιστορικό χρόνο σύμφωνα με τις σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος. Η εξέγερση, από την άλλη πλευρά, συνεπάγεται την αναστολή του ιστορικού χρόνου, μια αδιάλλακτη δέσμευση σε μια δράση της οποίας οι συνέπειες δεν είναι ούτε γνωστές ούτε προβλέψιμες, αλλά η οποία, για αυτόν τον λόγο, δεν έρχεται σε συμφωνίες ή συμβιβασμούς με τον εχθρό. Ενώ εκείνοι που δεν βλέπουν πέρα από αυτόν τον κόσμο επικεντρώνονται μόνο στις δυναμικές εξουσίας στις οποίες εμπλέκονται και είναι έτοιμοι να παραμερίσουν τις πεποιθήσεις τους χωρίς ενδοιασμούς, οι εξεγερμένοι είναι οι άνθρωποι του «όχι ακόμα», που έχουν αναστείλει τον ιστορικό χρόνο μια για πάντα και μπορούν επομένως να ενεργούν άνευ όρων μέσα σε αυτόν. Ακριβώς επειδή τα πράγματα που δεν έχουν ακόμη συμβεί δεν αντιπροσωπεύουν για αυτούς ένα μέλλον που πρέπει να πραγματοποιηθεί, αλλά μια παρούσα επιταγή για την οποία είναι υποχρεωμένοι να μαρτυρούν ανά πάσα στιγμή, η δράση τους θα επηρεάσει με ακόμη πιο αποφασιστικό τρόπο το ιστορικό γίγνεσθαι, διαρρηγνύοντάς το και εξαλείφοντάς το.

Σε όσους σήμερα επιδιώκουν με κάθε μέσο να μας δεσμεύσουν σε μια υποτιθέμενη πραγματικότητα που δεν επιτρέπει εναλλακτικές λύσεις, πρέπει να αντιτάξουμε προπάντων τη σκέψη, δηλαδή τη σαφή και κατηγορηματική αντίληψη των πραγμάτων που δεν υπάρχουν ανάμεσά μας. Μόνο σε εκείνους που γνωρίζουν χωρίς αυταπάτες ότι η βασιλεία τους δεν είναι αυτού του κόσμου, αλλά παρ' όλα αυτά είναι εδώ και τώρα αμετάκλητα παρούσα με τον δικό της τρόπο, έχει δοθεί η ελπίδα, που δεν είναι παρά η ικανότητα να αντικρούουν κάθε φορά το βάναυσο ψεύδος των γεγονότων που κατασκευάζουν οι άνθρωποι για να υποδουλώσουν τους συνανθρώπους τους.

Giorgio Agamben, Sulle cose che ci-non-sono

3 Ιουνίου 2024
Quodlibet



Saturday, 2 August 2025

Giorgio Agamben: Για την ταυτότητα


Ο Kojève διατύπωσε κάποτε, με τη μορφή προειδοποίησης, μια κριτική της ταυτότητας που πρέπει να μας προβληματίσει: «Να είσαι αυτό που δεν μπορείς ποτέ να γίνεις». Το λάθος όσων αναζητούν μια ταυτότητα είναι ότι θέλουν να γίνουν αυτό που ήδη είναι. Αυτό που απλώς είμαστε δεν είναι ταυτότητα, είναι μια διαρκώς παρούσα πηγαία εμπειρία που ξεγλιστρά συνεχώς μέσα από τα δάχτυλά μας, άρα είναι αυτό που δεν μπορούμε ποτέ να γίνουμε. Και όμως, η κοινωνία στην οποία ζούμε το μόνο που μας δίνει είναι μια ταυτότητα την οποία καταλήγουμε να υιοθετούμε με περισσότερη ή λιγότερη πεποίθηση. Αυτή η ταυτότητα –όπως άλλωστε γνωρίζουμε πολύ καλά– είναι αναγκαστικά τεχνητή, και όσοι θέλουν πραγματικά να γίνουν αυτό που είναι διατρέχουν τον κίνδυνο –όπως συνέβη στον Νίτσε και όπως, αν και σε μικρότερο βαθμό, συμβαίνει σχεδόν σε όλους– να βυθιστούν στην τρέλα. Σοφοί, δηλαδή χωρίς ταυτότητα, είναι εκείνοι που πάντα είναι χωρίς ποτέ να γίνονται: αλλά αυτό ακριβώς είναι που σήμερα οι λεγόμενες πολιτισμένες κοινωνίες θεωρούν ως αλλότριο και το σπρώχνουν στο περιθώριο, όταν δεν επιδιώκουν απλώς να το εξαλείψουν.

Giorgio Agamben, Sull’identità

24 Ιουλίου 2025

Saturday, 19 July 2025

Giorgo Agamben: Το κράτος και ο πόλεμος


Αυτό που ονομάζουμε κράτος είναι τελικά μια πολεμική μηχανή και αργά ή γρήγορα αυτή η συστατική του προδιάθεση καταλήγει να αναδύεται πέρα από όλους τους περισσότερο ή λιγότερο εποικοδομητικούς σκοπούς που μπορεί να επικαλεστεί για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές σήμερα. Ο Νετανιάχου, ο Ζελενσκι, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδιώκουν πάση θυσία μια πολιτική πολέμου για την οποία μπορούν ασφαλώς να εντοπιστούν σκοποί και δικαιολογίες, αλλά της οποίας το τελικό κίνητρο είναι ασυνείδητο και στηρίζεται στην ίδια τη φύση του κράτους ως πολεμικής μηχανής. Αυτό εξηγεί γιατί ο πόλεμος, όπως είναι προφανές στην περίπτωση του Ζελένσκι και της Ευρώπης, αλλά και στην περίπτωση του Ισραήλ, επιδιώκεται ακόμη και με κόστος την πιθανή αυτοκαταστροφή. Και είναι μάταιο να ελπίζει κανείς ότι μια πολεμική μηχανή μπορεί να σταματήσει μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο. Θα συνεχίσει μέχρι τέλους, όποιο κι αν είναι το τίμημα που θα πρέπει να πληρώσει.

 Giorgio Agamben, "Lo stato e la guerra"
14 Ιουνίου 2025
Quodlibet

Monday, 26 May 2025

Gilles Deleuze: Οι Ινδιάνοι της Παλαιστίνης


Ο σιωνισμός, και στη συνέχεια το κράτος του Ισραήλ, απαίτησε την αναγνώριση της νομιμότητάς του από τους Παλαιστίνιους. Όμως το κράτος του Ισραήλ δεν έπαψε ποτέ να αρνείται την ίδια την ύπαρξη ενός παλαιστινιακού λαού. Δεν θα μιλήσει ποτέ για Παλαιστίνιους, αλλά για Άραβες της Παλαιστίνης, λες και βρέθηκαν εκεί τυχαία ή κατά λάθος. Και αργότερα, οι εκδιωγμένοι Παλαιστίνιοι θα αντιμετωπίζονται σαν να ήρθαν από έξω, χωρίς να γίνεται λόγος για τον πρώτο αντιστασιακό πόλεμο που διεξήγαγαν ολομόναχοι. Θα τους θεωρήσουν απογόνους του Χίτλερ, επειδή δεν αναγνώριζαν το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ. Αλλά το Ισραήλ διατηρεί το δικαίωμα να αρνείται τη de facto ύπαρξή τους. Από εδώ ξεκινάει μια μυθοπλασία που επρόκειτο να διαδοθεί όλο και περισσότερο και να βαραίνει όλους εκείνους που υπερασπίζονται την παλαιστινιακή υπόθεση. Αυτή η μυθοπλασία, το στοίχημα του Ισραήλ, αποσκοπούσε να στιγματίσει ως αντισημίτες όλους εκείνους που αμφισβητούσαν τις εν τοις πράγμασι συνθήκες και ενέργειες του σιωνιστικού κράτους. Αυτή η επιχείρηση έχει τις ρίζες της στην ψυχρά ασκούμενη πολιτική του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστίνιους.

Εξ αρχής το Ισραήλ δεν έκρυψε τ
ον στόχο του: να εκκενώσει τα παλαιστινιακά εδάφη. Και μάλιστα προσποιούμενο ότι τα παλαιστινιακά εδάφη ήταν ακατοίκητα και ότι προορίζονταν ανέκαθεν για τους Σιωνιστές. Ήταν όντως ένας αποικισμός, αλλά όχι με την ευρωπαϊκή έννοια του όρου τον 19ο αιώνα: δεν θα εκμεταλλεύονταν τους κατοίκους της χώρας, θα τους ανάγκαζαν να φύγουν. Όσοι θα έμεναν δεν θα μετατρέπονταν σε εργατικό δυναμικό συνδεδεμένο με τον τόπο, αλλά σε εφήμερο, ανέστιο εργατικό δυναμικό, λες και επρόκειτο για μετανάστες σε γκέτο. Από την αρχή, η γη αγοράστηκε υπό τον όρο ότι θα ήταν άδεια από κατοίκους ή ότι θα μπορούσε να εκκενωθεί. Πρόκειται για γενοκτονία, αλλά η φυσική εξόντωση παραμένει επικουρική της γεωγραφικής εκκένωσης: ως Άραβες γενικά, οι επιζώντες Παλαιστίνιοι οφείλουν να εξομοιωθούν με τους άλλους Άραβες. Η φυσική εξόντωση, είτε έχει ανατεθεί σε μισθοφόρους είτε όχι, είναι απολύτως παρούσα. Αλλά δεν είναι γενοκτονία, όπως λένε, επειδή δεν αποτελεί τον «τελικό στόχο», στην πραγματικότητα είναι ένα μέσο ανάμεσα σε άλλα.

Η συνενοχή των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισραήλ δεν απορρέει μόνο από τη δύναμη ενός σιωνιστικού λόμπι. Ο Elias Sanbar έδειξε με σαφήνεια πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακάλυψαν εκ νέου στο Ισραήλ μια πτυχή της δικής τους ιστορίας: την εξόντωση των Ινδιάνων, η οποία και πάλι ήταν μόνο εν μέρει άμεσα φυσική. Συνίστατο στη δημιουργία ενός κενού, σαν να μην υπήρχαν ποτέ Ινδιάνοι, παρά μόνο μέσα σε γκέτο που θα τους μετέτρεπαν σε εσωτερικούς μετανάστες. Από πολλές απόψεις, οι Παλαιστίνιοι είναι οι νέοι Ινδιάνοι, οι Ινδιάνοι του Ισραήλ. Η μαρξιστική ανάλυση δείχνει τις δύο συμπληρωματικές κινήσεις του καπιταλισμού: επιβάλλει συνεχώς στον εαυτό του όρια, μέσα στα οποία αναπτύσσει και εκμεταλλεύεται το δικό του σύστημα· ωθεί αυτά τα όρια ολοένα και πιο μακριά, ξεπερνώντας τα,  για να επαναλάβει τη δική του θεμελίωση, μεγιστοποιώντας την και εντείνοντάς την. Η εξώθηση των ορίων ήταν το εγχείρημα του αμερικανικού καπιταλισμού, του αμερικανικού ονείρου, που υιοθετήθηκε από το Ισραήλ και το όνειρο του Μεγάλου Ισραήλ σε αραβικό έδαφος, στις πλάτες των Αράβων.

« Les Indiens de Palestine » [1985]
Gilees Deleuze, Deux régimes de fous : textes et entretiens 1975-1995, Éditions de Minuit, 2003

Edward Said: Η συνάντησή μου με τον Jean-Paul Sartre

Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, που κάποτε ήταν ο πιο διάσημος διανοούμενος, μέχρι πρόσφατα είχε σχεδόν εξαφανιστεί από το προσκήνιο. Λίγο μετά το θάνατό ...