Wednesday, 6 June 2007

Πέρα από τη φαντασμαγορία και το ζόφο: H Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα



And many more Destructions played
In this ghastly masquerade,
All disguised, even to the eyes,
Like Bishops, lawyers, peers, or spies.

Last came Anarchy: he rode
On a white horse, splashed with blood;
He was pale even to the lips,
Like Death in the Apocalypse.


And he wore a kingly crown;
And in his grasp a sceptre shone;
On his brow this mark I saw –
“I AM GOD, AND KING, AND LAW!”


Shelley, “Τhe Mask of Anarchy”


Κι ήλθαν κι άλλες πολλές Καταστροφές
Σ’ αυτό το φρικαλέο καρναβάλι,

Μασκαρεμένες όλες, ώς στα μάτια,

Δεσπότες, δικηγόροι, πρόκριτοι και σπιούνοι


Στο τέλος ήλθε η Αναρχία: καβάλα
σε άλογο λευκό, πιτσιλισμένο με αίμα

Ήταν χλωμή, με πανιασμένα χείλη

Όπως ο Θάνατος στην Αποκάλυψη


Στέμμα βασιλικό φορούσε
Κι άδραχνε σκήπτρο αστραφτερό

Στο μέτωπό της είδα τη σφραγίδα –
«ΕΙΜΑΙ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΣ»



Σέλλεϋ, «Η Μάσκα της Αναρχίας»
(απόσπασμα – μτφ. Δ. Κ.)

Αν το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 στη Δύση χαρακτηρίστηκε από την πλημμυρίδα της νεανικής αμφισβήτησης, στην Κίνα, τον γεωπολιτικό γίγαντα της Ανατολής, σημαδεύτηκε από τη χαοτική εμπειρία της «Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης», με πρωταγωνιστή τη μαθητική και φοιτητική νεολαία των πόλεων και ενορχηστρωτή τον Μάο Τσε-Τουνγκ. Η εμβέλεια και οι επιπτώσεις του γεγονότος αυτού ίσως δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί επαρκώς.

Στον καιρό της, η «Πολιτιστική Επανάσταση» είχε
ευνοϊκή απήχηση στη Δύση, κυρίως στη νεολαία. Οι εξεγερμένοι φοιτητές του Μπέρκλεϋ και της Σορβόννης εμπνέονταν από το παράδειγμα των κινημάτων των λαών του Τρίτου Κόσμου για χειραφέτηση και ανεξαρτησία. Η κουβανέζικη επανάσταση και ο αγώνας των Βιετκόγκ, με τις εμβληματικές μορφές των Τσε Γκεβάρα και Χο Τσι Μινχ, φάνταζαν σαν μιαν ελπιδοφόρα προοπτική απέναντι στο καταθλιπτικό status quo του Ψυχρού Πολέμου. Η αμφισβήτηση της μεταπολεμικής κοινωνίας της ευημερίας στη Δύση και, παράλληλα, της απωθητικής, μονολιθικής πραγματικότητας του σοσιαλιστικού στρατοπέδου είχε ανάγκη την επινόηση νέων συμβόλων. Στην αναζήτηση μιας νέας ουτοπίας μετείχε και το όραμα μιας «επανάστασης μέσα στην επανάσταση», όπως τουλάχιστον την επαγγελόταν η «Σκέψη του Μάο», κωδικοποιημένη από τον Λιν Πιάο στο περίφημο Κόκκινο Βιβλιαράκι. Η ουτοπία δεξιωνόταν με αυτόν τον τρόπο την «ετεροτοπία», για να δανειστούμε τη λέξη του Μισέλ Φουκώ, αυτή τη φορά στο πρόσωπο της εξωτικής Κίνας.

Μέσα στη δίνη και τον απόηχο των γεγονότων του γαλλικού Μάη του 68, προσωπικότητες της δημόσιας ζωής, πολιτικοί άνδρες όπως ο Αλαίν Περεφίτ, διανοητές όπως ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ και ο Φιλίπ Σολέρς , άνθρωποι της τέχνης όπως ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ δεν έμειναν ανέγγιχτοι από τη σαγήνη της Κίνας του Μάο, για να μη μιλήσουμε για την ομάδα των νέων φιλοσόφων και μαοϊκών ακτιβιστών που εκκολάφθηκε στην Ecole Normale Supérieure στο Παρίσι γύρω από τον Λουί Αλτουσέρ.

Με τον θάνατο του Μάο, την 9η Σεπτεμβρίου του 1976, ένας «φάρος της ανθρώπινης σκέψης έσβησε», σύμφωνα με δήλωση του τότε Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίν. Με τη σύλληψη, ένα μήνα μετά, και την καταδίκη των πρωτ
αγωνιστών της Πολιτιστικής Επανάστασης, της «Συμμορίας των Τεσσάρων» με επικεφαλής τη χήρα του Μάο, Τσιανγκ Τσινγκ, επιβεβαιώνεται η επικράτηση της ομάδας των «πραγματιστών» υπό τον Τενγκ Χσιάο-Πινγκ και η φαντασμαγορία αρχίζει να διαλύεται.

Τον Ιούνιο του 1981, η αναδρομική καταδίκη της μετά το 1957 πολιτικής του Μάο από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας επισφραγίζει το τέλος μιας ιστορικής περιόδου η οποία στο εξής θα αποτιμηθεί ως μια αλληλουχία κατακλυσμιαίων καταστροφών. Σε αυτή την καταστροφική πορεία ο Χόμπσμπομ διακρίνει τρία ορόσημα: τη ραγδαία κολλεκτιβοποίηση της γεωργίας την περίοδο 1957-1958· την αποτυχία του φαραωνικού πειράματος εκβιομηχάνισης του 1958, του περίφημου «Μεγάλου Βήματος προς τα Εμπρός» με επακόλουθο τον λιμό του 1959-1961, πιθανόν τον μεγαλύτερο του 20ού αιώνα, απότοκο φυσικών καταστροφών και προβλημάτων εφοδιασμού, με ανθρώπινες απώλειες που εκτιμώνται γύρω στα 30 με 40 εκατομμύρια (σε πληθυσμό 700 περίπου
εκατομμυρίων)· τέλος τα δέκα χρόνια της Πολιτιστικής Επανάστασης (1966-1976) με τις εκατόμβες των θυμάτων της, την τεράστιας κλίμακας αποδιάρθρωση και τα τραύματα που επέφερε στον κοινωνικό ιστό, στο σύστημα αξιών, στις σχέσεις αναμεσα στις γενεές, στη συλλογική μνήμη του λαού της πιο πολυάνθρωπης χώρας του πλανήτη.

Η ετυμηγορία του Χόμπσμπομ, του ιστορικού της «Εποχής των Άκρων», ηχεί τελεσίδικη: «Η καταστροφική τεθλασμένη πορεία που χάραξε ο Μεγάλος Τιμονιέρης από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά, συνεχίστηκε μόνο διότι το 1965 ο Μάο, με την υποστήριξη του στρατού, εξαπέλυσε ένα αναρχικό, αρχικά φοιτητικό, κίνημα νεολαίας, το κίνημα των «Ερυθροφρουρών», ενάντια στην ηγεσία του κόμματος, η οποία σιωπηρά τον είχε παραμερίσει, και εναντίον συλλήβδην των διανοουμένων. Αυτή ήταν η Μεγάλη Πολιτ
ιστική Επανάσταση που ερήμωσε για κάποιο διάστημα την Κίνα μέχρις ότου ο Μάο κάλεσε τον στρατό να αποκαταστήσει την τάξη ...».

Η «Πολιτιστική Επανάσταση» είναι πρωτίστως ένας λυσσαλέος αγώνας για τη νομή της εξουσίας ανάμεσα στις ηγετικές φατρίες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Αγώνας που δεν περιορίστηκε στις κλασικές, για ένα καθεστώς σταλινικού τύπου, εκκαθαρίσεις, αλλά εξελίχθηκε σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο. Διακύβευμά του ήταν η διαχείριση και ο προσανατολισμός της οικονομίας. Η πριμοδότηση της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών και η εισαγωγή υλικών κινήτρων στην οργάνωση της εργασίας φαίνεται ότι ήταν η απάντηση της πλειοψηφίας του κομματικού μηχανισμού, των υπευθύνων των κρατικώ
ν συνδικάτων και των οικονομικών στελεχών στα αδιέξοδα της πολιτικής της κολλεκτιβοποίησης της γεωργίας και του «Μεγάλου Άλματος προς τα Εμπρός». Εξέχοντες συνήγοροι αυτής της κατεύθυνσης, ήταν ο Λιου Σάο Σι και ο Τεγκ Χσιάο Πινγκ. Στον αντίποδα, η γραμμή του Μάο προέκρινε την επιτάχυνση της εκβιομηχάνισης και των εξοπλισμών, εν όψει μάλιστα του διογκούμενου σινοσοβιετικού ανταγωνισμού που κάποια στιγμή έφθασε στο χείλος της γενικευμένης πολεμικής σύρραξης. Η πολιτική αυτή είχε ισχυρά ερείσματα στα ανώτατα κλιμάκια του στρατού υπό τον Λιν Πιάο. Για την επιβολή αυτής της κατεύθυνσης επιλέχθηκε η προσφυγή στην ισχύ της ιδεολογίας.

Η οιονεί μυστικιστικ
ή πίστη του Μάο στο ιδεώδες μιας συνεκτικής κοινωνίας, θεμελιωμένης στην ολοκληρωτική συναίνεση, όπου ύψιστα αγαθά είναι η απάρνηση του ατόμου και η ολοσχερής εμβύθισή του στη συλλογικότητα αποτελεί τη μία πλευρά αυτής της ιδεολογίας. Μια άλλη, εξίσου σημαντική, είναι ο άκρατος «βολονταρισμός», η ακράδαντη πίστη στην παντοδυναμία της θέλησης, στην ικανότητά της να αλλάξει τα πάντα, παρά και ενάντια σε κάθε αντικειμενικό περιορισμό.

Προϊούσης της Πολιτιστικής Επανάστασης, η διάσπαση στην κορυφή της ηγετικής ομάδας που νεμόταν την εξουσία μεταφέρθηκε βαθμιαία προς τα κατώτερα κλιμάκια, δημιουργώντας τηλεκατευθυνόμενες διαμάχες σε όλο τον κρατικό και κομματικό μηχανισμό και τελικά στο σύνολο της κοινωνίας. Σε αυτό συνετέλεσαν οι επιβιώσεις
του προεπαναστατικού μοντέλου διοίκησης της Κίνας κατά επαρχίες, που έτειναν προς μία μορφή ημιαυτονομίας. Ενδεικτική είναι η καταγγελία των «Ανεξάρτητων Βασιλείων» στις αρχές του 1967 από τους μαοϊκούς του Πεκίνου και η κλιμάκωση της κρίσης τους επόμενους μήνες.

Δεν θα ήταν ίσως περιττό να θυμίσουμε ότι η επικράτηση του επαναστατικού καθεστώτος στην Κίνα το 1949 δεν προέκυψε από ένα εργατικό κίνημα, αλλά από τη στρατιωτική πλαισίωση των αγροτών κατά τη διάρκεια ενός πολέμου 22 ετών. Ο στρατός, άρρηκτα συνδεδεμένος με το Κόμμα, του οποίου όλοι οι ηγέτες υπήρξαν στρατιωτικοί αρχηγοί, παρέμεινε η βασική δεξαμενή επιλογής κομματικών στελεχών αγροτικής προέλευσης. Οι τοπικές διοικήσεις που ε
γκαθιδρύθηκαν το 1949, ήταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τις ζώνες διέλευσης των σωμάτων στρατού που κατέβαιναν από Βορρά προς Νότο κατά της διάρκεια της «Μεγάλης Πορείας». Πίσω τους άφηναν ανθρώπους που συνδέονταν με δεσμούς κοινής καταγωγής ή συγγένειας με τους στρατιωτικούς αρχηγούς. Η ιδεολογία του στρατού ήταν μια εκδοχή του σταλινικού μαρξισμού-λενινισμού με έντονα εθνικιστική απόχρωση. Το μοντέλο οργάνωσής του αποτελούσε πρότυπο όχι μόνο για την οργάνωση της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής, αλλά και για τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς θεσμούς.

Εξαπολύοντας και υποθάλποντας το κίνημα των Ερυθροφρουρών το 1966, ο Μάο εμφανίζεται έτοιμος να ανατρέψει όλους τους κανόνες του παιχνιδιού. Η προσφυγή του στη νεολαία γίνεται με τρόπο αναπάντεχα εικονοκλαστικό. Με εμπρηστικά συνθήματα - χρησμούς, σε τόνο συβιλλικό, καλεί τους νέους να στραφούν εναντίον κάθε σχεδόν μορφής αυθεντίας, συμπεριλαμβαν
ομένης της κομματικής. Οι μόνοι θεσμοί που μένουν στο απυρόβλητο είναι ο στρατός και οι υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας.

Στόχος δεν είναι απλώς οι παραδοσιακοί διανοούμενοι που είχαν εκφράσει αιρετικές απόψεις μια δεκαετία πριν, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας των «Εκατό Λουλουδιών» («Αφήστε εκατό λουλούδια ν’ ανθίσουν, αφήστε εκατό σχολές σκέψης να ανταγωνιστούν»). Στην ημερήσια διάταξη είναι πλέον ένας πληβειακού τύπου αντιδιανοουμενισμός, με τη συλλήβδην καταδίκη κάθε μορφής «αστικής» κουλτούρας, από τη μουσική του Μπετόβεν και τα λιμπρέτα της κλασικής όπερας του Πεκίνου ώς τη διδασκαλία του Κομφούκιου και την τέχνη της δυναστείας των Μινγκ.

Με την ανοχή πλέον, αν όχι
την παρότρυνση, του μαοϊκού κομματικού επιτελείου, δάσκαλοι και καθηγητές σε λύκεια και πανεπιστήμια υφίστανται ανελέητη κριτική από τους μαθητές τους που πυκνώνουν μαζικά τις τάξεις των Ερυθροφρουρών. Οι εφημερίδες τοίχου με τους μεγαλογράμματατους χαρακτήρες (dazibao) πλειοδοτούν σε καταγγελίες. Τον Μάιο του 1966, το dazibao μιας νεαρής καθηγήτριας φιλοσοφίας, καταγγέλλει τον πρύτανη του Πανεπιστημίου του Πεκίνου για ελιτισμό και ως εχθρό της Πολιτιστικής Επανάστασης. Μια εβδομάδα αργότερα ο Μάο περιβάλλει με το κύρος του αυτή την καταγγελία, χαρακτηρίζοντάς την ως το «Μανιφέστο της Κομμούνας του Πεκίνου». Αργότερα θα τοιχοκολλήσει ο ίδιος το δικό του dazibao, «Βομβαρδίστε το Γενικό Επιτελείο», επιτιθέμενος εμμέσως πλήν σαφώς στον Λιου Σάο Σι. Σις 18 Αυγούστου 1966 έντεκα περίπου εκατομμύρια Ερυθροφρουροί από όλη τη χώρα παρελαύνουν μπροστα από την πλατεία Τιεν Αν Μεν για να επευφημίσουν τον Μάο και τον Λίν Πιάο.

Με τη ραγδαία εξάπλωση του κινήματος στα πανεπιστήμια και τα λύκεια η βία αρχίζει να γίνεται ανεξέλεγκτη. Με συνθήματα όπως «Σαρώστε όλα τα τέρατα και τους δαίμονες» και «Χωρίς καταστροφή δεν υπάρχει οικοδόμηση», εξαπολύεται ένα πραγματικό κυνήγι μαγισσών. Υποψήφια θύματα, όλοι όσοι κατέχουν κάποιο είδος αυθεντίας: διοικητικοί, διδάσκοντες, κομματικοί εκπρόσωποι, ακόμα και γονείς που διαπομπεύονται από τα ίδια τους τα παιδιά ως εχθροί του λαού.

Στο μεταξύ, στις
τάξεις των Ερυθροφρουρών αρχίζουν να ξεσπούν βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα σε «συντηρητικούς» και «εξεγερμένους». Προϊόν ενός στρατιωτικά οργανωμένου και ακραία ιεραρχικού εκπαιδευτικού συστήματος, όπου η ταξική και πολιτική προέλευση του πατέρα ή του παππού ακολουθεί τον μαθητή, προκαθορίζοντας δυσμενείς διακρίσεις ή προνόμια, οι Ερυθροφρουροί εξεγείρονται κατά των πάντων. Αντικείμενο οι ίδιοι μιας πρωτοφανούς χειραγώγησης, αναλώνονται στην παντομίμα της επανάστασης μέσα σε ένα κλίμα καρναβαλικής φαντασμαγορίας. Όμως αυτό το καρναβάλι θα αποδειχθεί αιματηρό. Η βία κατά των καθηγητών φθάνει στο απόγειό της, σε σημείο να καταγραφούν κρούσματα κανιβαλισμού. Έφηβοι και νέοι δείχνουν πρόθυμοι να σκοτώσουν συμβολικά, και ενίοτε κυριολεκτικά, τον Πατέρα (στο πρόσωπο του πνευματικού ταγού, του δασκάλου ή του φυσικού γονέα). Οι θύτες αυτοί θα αποδειχθούν τελικά μοιραία θύματα ενός Υπερπατέρα - Μάο, του οποίου την εύνοια διεκδικούν με τρόπο σχεδόν υστερικό.

Η επέκταση των ταραχών στα εργοστάσια, με «άγριες» ή και ένοπλες απεργίες, και στις αγροτικές κομμούνες, με απόπειρες διανομής της κολεκτιβοποιημένης γης, οι φυγόκεντρες κινήσεων στις επαρχίες καθώς και η εμπλοκή του στρατού, ο οποίος βρίσκεται στα πρόθυρα της διάσπασης, σημαίνουν συναγερμό. Ήδη από το καλοκαίρι του 1967, ο κίνδυνος ολοκληρωτικής κατάρρευσης του καθεστώτος και διάλυσης της χώρας είναι ορατός. Το μαοϊκό επιτελείο φαίνεται να αναδιπλώνεται, αναζητώντας απεγνωσμένα λύση σε μια «Τριπλή Επανασταστική Συμμαχία» μεταξύ στρατού, Κόμματος και Ερυθροφρουρών. Η αποκατάσταση του νόμου και της τάξης με στρατιωτική επέμ
βαση προβάλλει πλέον ως αδήριτη ανάγκη.

Η καταστολή στο εξής στρέφεται ενάντια και στους υποτιθέμενους φυσικούς συμμάχους του Μάο, εργάτες και Ερυθροφρουρούς. Το 1968 ο στρατός παίρνει επιτέλους τον έλεγχο στα χέρια του. Από το τέλος του ίδιου χρόνου αρχίζει σε μαζική κλίμακα η αποστολή νέων πολιτών στις επαρχίες προκειμένου να «επανεκπαιδευθούν» μέσω καταναγκαστικής εργασίας. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η πλειοψηφία των Ερυθροφρουρών, το κίνημα των οποίων τερματίζεται και επίσημα, με απόφαση του 9ου Συνεδρίου του ΚΚΚ, τον Απρίλιο του 1969.

Οι εσωτερικοί τριγμοί ωστόσο συνεχίζονται. Ο Λιν Πιάο, ο αρχιτ
έκτονας της προσωπολατρείας του Μάο, σκοτώνεται το 1971, προσπαθώντας πιθανόν να διαφύγει στη Σοβιετική Ένωση, όταν το αεροπλάνο του καταρρίπτεται στη Μογγολία. Η πολιτική προσέγγισης με τις ΗΠΑ, με πρωτεργάτη τον Υπουργό Εξωτερικών Τσου Εν Λάι επισφραγίζεται με την επίσκεψη του Προέδρου Νίξον στο Πεκίνο τον Φεβρουάριο του 1972. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 1976, τα πλήθη συρρέουν αυθόρμητα στην Πλατεία Τιεν Αν Μεν για να αποτίσουν φόρο τιμής στον νεκρό Τσου Εν Λάι και να αποδοκιμάσουν εμμέσως τον Μάο, προσάπτοντάς του ότι δεν πένθησε όπως έπρεπε τον εκλιπόντα. Η διασαλευθείσα τάξη αποκαθίσταται και πάλι με την επέμβαση των δυνάμεων καταστολής.

Πέντε μήνες αργότερα, η Κίνα θα θρηνήσει τον θάνατο του Μάο, του τελευταίου της, ίσως, Αυτοκράτορα. Εκείνου που, δέκα χρόνια πριν, περιβλήθηκε το ένδυμα του Βασιλιά Καρνάβαλου και φόρεσε τη Μάσκα της Αναρχίας. Του Μαρξιστή Άρχοντα της Αταξίας (Marxist Lord of Misrule) σύμφωνα με τη διατύπωση του Σλάβοϊ Ζίζεκ. Του ανθρώπου που, πριν την τελική έφοδό του προς τον ουρανό, έγινε Θεός και Βασιλιάς και Νόμος.


Δημήτρης Κοσμίδης



Δημοσιευμένο στο πρόγραμμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Ο Νίξον στην Κίνα / Nixon in China
τον Απρίλιο του 2007
με αφορμή το ανέβασμα της ομώνυμης όπερας του John Adams
στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
παραγωγή: Εθνική Όπερα της Αγγλίας





A Great American Opera
by Patrick J. Smith

Nixon in China is a great American Opera. I suspected that it was a significant work when I saw it in 1987; I was ever more convinced of its stature when I heard it subsequently, on stage and on disc, and today I am certain that it is one of the small handful of operas that will survive.
This is true for a number of reasons, principal among them the music of John Adams and the libretto of Alice Goodman. The first operatic work for both, Nixon in China sprang, like Athena, full-grown and mature-an amazing achievement for a genre of composition that usually takes its creators several operas at least to find their feet.
Because of its subject matter-President Richard Nixon's historic visit to the Red China of Chairman Mao Tse-tung in the week of February 21-26, 1972-the opera has been pigeonholed as one of the first so-called "CNN operas," a type of work taken directly from the headlines, which includes such operas as Malcolm X of Anthony and Thulani Davis and Harvey Milk of Stewart Wallace and Michael Korie. Superficially it is that, but any acquaintance will reveal that it is much more-at once a traditional opera with many of the features, and some direct borrowings, from "classic" operas of the past, and then a probing exploration of human character as shaped by historic events. The libretto incorporates actual events ("CNN news") and the actual words of the individuals concerned, and yet goes well beyond these events to encompass a larger horizon of possibility and understanding. The story goes from public to private and back, weaving all into one, and Adams' music, in its range and its accomplishment, elevates what could be nothing more than the evening news into a timelessness.
Let us look more closely at aspects of Nixon in China to see how this weaving of themes and personalities has been done, within the frame of a traditional operatic work. The opening of the opera is famously striking, depicting the landing of Air Force One in Peking, the entrance of Pat and Dick Nixon, and their welcoming by the greeting committee led by Prime Minister Chou En-lai. This scene can be recalled from newsreel footage, and Nixon's statement to Chou about a stopover in Hawaii is almost verbatim from transcript. But note how Adams has worked up the entrance from the quiet beginning of the chorus of Chinese to the dramatic appearance of Nixon, and note further how this whole scenelet exactly parallels numberless nineteenth-century operas which open with a chorus and then present one of the leading characters onstage. And what does that character do? Sing an entrance aria, of course!
This is exactly what Nixon does, except that it is tied to his own thoughts, and is as contemporary today as it was when first spoken. It is about the ubiquity of "news," particularly news as disseminated by television and radio, and to emphasize this importance Adams has Nixon repeat the word twelve times. Yes, we live in a news-drenched society, and Richard Nixon, as canny a political operative as existed (up, at least, until Watergate!), knew the value of radio and TV news. Thus his "entrance" aria serves as introduction, operatic statement and revelation of character at the same time.
The next scene is the famous meeting with Chairman Mao. Here we have a contrast from the immediacy of headlines and publicity, and something very different from the surface excitement of the arrival. Adams, Goodman and the director Peter Sellars wished to get away from the simplistic one-for-one reproductions of reality; and though we don't know exactly what went on in that meeting, Goodman has given us an equivalent, letting it flow from the characters of those involved. As such, this scene has very few operatic parallels, since it is a philosophical-political jousting-two others are Act Two of Hans Pfitzner's Palestrina and the Prince Golitzin's study scene in Mussorgsky's Khovanschina. This scene and the whole Act Three of Nixon in China are at the center of the opera, and are also the parts that are most difficult to grasp completely on first or second hearing.
This is partly because Adams and Goodman have concentrated less on the outward signs of the historic trip-the arrival, the banquets, the sightseeing-than on the inward aspects: how the main characters react. And each main character is subtly drawn: Nixon, the wardhouse politico, down-to-earth but always alert to appearances on the world stage, and shrewd enough to take advantage of the knowledge of his sidekick Henry Kissinger (the only character treated badly in the opera). Pat Nixon, the dutiful and loving wife, a Norman Rockwell portrait but a sympathetic one, devoted to her husband and her country. Mao, the old warrior receding into history, and only tangentially connected to what is transpiring, but still alive enough to insist on his focal place in that history, and his wife Chiang Ch'ing, the notorious supporter of the Cultural Revolution, who is still capable of vicious revolutionary action. Finally, Chou himself, also receding into history but still a participant in today's society, a very Chinese combination of ruthless pragmatist and poet, who grasps the flux of history: "We toast/ That endless province whose frontier/ We occupy from hour to hour,/ Holding in perpetuity/ The ground our people won today/ From vision to inheritance," he says at the banquet that closes Act One.
The beginning of Act Two is given over to Pat Nixon's sightseeing around Peking (which more or less follows her actual historical itinerary). The spontaneous warmth and charm of the woman is paramount, as when she compares a porcelain elephant in a factory to her party's symbol. But again, this scene operates on various levels: one, an operatic scena which gives the soprano ample opportunity for vocal display; and second, as a musical opportunity for Adams to indulge in some light-hearted parody (e.g., the cornpone Virgil Thomson "Americana" imitation when Pat Nixon see the pigs).
But this scene operates on another level as well, for, as Pat Nixon sees the various sites her mind turns inward to memories of her own country, and she begins to reminisce on its heritage and history rather than on what is in front of her. Her last words have a particular ring today: "Bless this union with all its might,/ Let it remain inviolate."
Her naiveté-and even that of the politician Nixon himself-is then demonstrated in the ballet of The Red Detachment of Women (here, another extrapolation from the actual visit, but also one which fits with so many other operas-with-ballets!). Here Pat is so wrapped up in the story of the poor peasant girl being lashed to death by the villain foreman (who looks like Kissinger) that she rushes onstage to stop it. The mask and face are confused-what is reality? what artifice?-and this confusion, since Nixon helps Pat in succoring the girl, reflects on the whole of the visit itself: how much of this stage-managed event is a mask of posturing on both sides for egoistic effect on a world stage and how much is for promotion of a reality of world peace and progress among all nations?
The act ends on Chiang Ch'ing's bravura coloratura aria of defiance, as she clearly has little use for these proceedings ("I am the wife of Mao Tse-tung"), which contains a musical moment delicious in its brazenness: she sings "When I appear the people hang.Upon my words"-pausing after "hang." This device, used by composers in Broadway musicals and, signally, by Offenbach and Gilbert and Sullivan in their operettas, works perfectly here (and shows the extent of Adams' and Goodman's knowledge of the form).
The first two acts have ended on loud and positive upbeats, and it was felt by composer and librettist that another farewell banquet in the third act was one too many. The solution they and Sellars arrived at is highly unusual and indeed radical: an interiorly-driven third act focused on the principal characters. We thus are given a musical, but not a dramatic diminuendo, and this can be difficult for an audience to accept. As can be expected, then, this act was criticized when the opera was first performed; and it has not yet been fully appreciated, for its aura of quiet meditation after so much exterior celebration demands a certain indulgence and understanding. Yet Adams and Goodman were right: this short act is the very heart of the drama and the center of the tale of the epic journey, and both the poetry and the music rise to its occasion. It is this act of Nixon in China that finally transforms what could be a "CNN opera" into a work of art. Since the act is, scenically, totally abstract, it could be set in the limbo of the participants' minds. Mao is slipping ever more back into the past of his memories, while Pat Nixon remains wedded to the minutiae of her daily life (".There were those damned/Slipcovers, and the groceries.") and the war years, when she was separated from her husband and worried for him. Chou continues to ruminate on his past and on Chinese history, while gradually Nixon's memories of the war gain ascendancy. He recalls the time on an island in the pacific, flipping hamburgers in Nick's Snack Shack for fliers passing through while Pat waited back home (".I found/ The smell of burgers on the grill/ Made strong men cry/.Rare, medium, well-done, anything/ You say, The Customer is king"). Here Nixon the president becomes completely humanized, as a person with emotions and triumphs just like any other G.I.-a portrait that may be at odds with our conception of him but which sticks stubbornly in the mind as the most sympathetic he has been given anywhere.
The chief aspect of this act is how both Adams and Goodman have controlled it so that, little by little, Nixon and Chou emerge as the strongest of the participants-as they are in the opera. The sort of benign Saturday Evening Post view of the United States, which has been regularly flayed as distorted but which is still not only a powerful vision of us but one with a large amount of inherent truth, is given expression at its finest in Goodman's portraits of the Nixons. It and the music that supports it is both loving and understanding-and a world away from Nixon on television visiting China.
But the last words and music are left to the sleepless poet Chou En-lai. And his thoughts turn from politics and strife to nature: "Just before dawn the birds begin,/ The warblers who prefer the dark,/ The cage-birds answering: To work!/ Outside the room the chill of grace/ Lies heavy on the morning grass." It is that word "grace" that is so very telling: the old atheist Communist investing his world, and the world he is leaving, and by extension the world of Nixon in China, with a grace-a grace that is, in fact, an epiphany.
Patrick J. Smith is a freelance critic, the former Editor of Opera News, and the author of The Tenth Muse: A Historical Study of the Opera Libretto

No comments: