Monday, 2 February 2015

Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ: Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ

του Γιώργου Λιερού



















Η τραγωδία στην ευρωζώνη σήμερα, είναι η αίσθηση παραίτησης που επικρατεί, όπου τα κατεστημένα κόμματα της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς αφήνουν την Ευρώπη να κυλήσει σ’ έναν οικονομικό «πυρηνικό χειμώνα». Κατά μία έννοια είναι τραγικό, αλλά μόνο κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς μπορούν να στηρίξουν αξιόλογες στρατηγικές, όπως αναδιοργάνωση του χρέους.
Η άνοδος των Podemos, δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη ζήτηση για εναλλακτική στρατηγική. Αν δεν αλλάξουν θέσεις τα καθιερωμένα κόμματα, θα δημιουργηθεί μεγάλο κενό για να καλύψουν οι Podemos και ΣΥΡΙΖΑ.
-Financial Times, Wolfgang Munchau 29/11/2014

Κυριακή βράδυ 25 Ιανουαρίου, κέντρο Αθήνας. Χιλιάδες άνθρωποι γιορτάζουν τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. 18 Οκτωβρίου 1981, 34 χρόνια πριν, εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ: πολλές εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν ξεχυθεί στους δρόμους. Σε κάθε πόλη, σε ολόκληρη τη χώρα, όχι μόνο οι φίλοι του ΠΑΣΟΚ αλλά όλη η αριστερά, ακόμα και οι αυτόνομοι και αντιεξουσιαστές, θα γιορτάσουν μέχρι το πρωί. Η κυβερνητική αλλαγή του 1981, το κορύφωμα μιας πλούσιας πολιτικής ζωής, ερχόταν στη συνέχεια των κινημάτων της μεταπολίτευσης, του φοιτητικού, του εργατικού και επίσης εκείνου του εργοστασιακού συνδικαλισμού. Το ΠΑΣΟΚ τότε δεν ήταν εκείνο του Σημίτη, του Γ. Παπανδρέου και του Βενιζέλου. Ενώ διαρκούσε ακόμη ο ψυχρός πόλεμος, πρέσβευε την έξοδο της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ. Διαχωριζόταν ρητά από τη Σοσιαλιστική Διεθνή, υποστήριζε την αυτοδιαχείριση, τους αγροτοβιομηχανικούς συνεταιρισμούς, τα «συμβούλια», απολάμβανε μεγάλο κύρος μεταξύ των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων όλου του κόσμου. Στους κόλπους του συζητιόταν ο ένοπλος αγώνας, η συνταγματική κατοχύρωση του σοσιαλιστικού προσανατολισμού κ.ά. Μέχρι το 1989 ο ριζοσπαστισμός του ΠΑΣΟΚ, της αριστεράς που για πρώτη φορά ανέλαβε στη χώρα την κυβερνητική εξουσία, είχε εξαντληθεί.

Ποιο ήταν το πραγματικό επίδικο στο εγχείρημα του ΠΑΣΟΚ όπως και σε εκείνο που ανέλαβε την ίδια εποχή η Ενωμένη Αριστερά (Σοσιαλιστικό Κόμμα, ΚΚΓ) στη Γαλλία; Επρόκειτο για μια τελευταία απόπειρα ανανέωσης-διάσωσης του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου, μεσούσης της νεοφιλελεύθερης επίθεσης και ενώ είχε δρομολογηθεί η παγκοσμιοποίηση και οι ρωγμές από τη μία των σοσιαλιστικών καθεστώτων και από την άλλη των μαζικών κομμάτων, των συνδικάτων και του κράτους πρόνοιας –δηλαδή των στυλοβατών του μεταπολεμικού κόσμου– πολλαπλασιάζονταν και βάθαιναν με αυξανόμενη ταχύτητα. Μια ολόκληρη εποχή  έφευγε. Στην πραγματικότητα, στην Ελλάδα και στη Γαλλία με τη ριζοσπαστικοποίηση του προγραμματικού λόγου, προσπαθούσαν να διασώσουν το σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο υπερβαίνοντάς το.

Τα εγχειρήματα αυτά απέτυχαν. Στην Ελλάδα, υπό την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ, θα επιβίωνε για μερικές δεκαετίες ένας συνασπισμός συμφερόντων και κοινωνικών ομάδων (πολιτικά πελατειακά δίκτυα, κρατικοδίαιτη ολιγαρχία του πλούτου, ΜΜΕ, συνδικαλιστική γραφειοκρατία κ.ά.) αξιοποιώντας τις προσφερόμενες ευκαιρίες στα διάκενα του νεοφιλελεύθερου κόσμου (δανεισμός, ευρωπαϊκά κονδύλια κ.ά.). Το εξαιρετικά ασταθές αυτό οικοδόμημα, κατέρρευσε με βίαιο τρόπο μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. Εντωμεταξύ, είχε ακυρώσει κάθε δυνατότητα που θα επέτρεπε στην οικονομία της χώρας να είναι στοιχειωδώς βιώσιμη στο νέο περιβάλλον. Και δεν ήταν μόνο η υπερχρέωση. Η είσοδος στην ευρωζώνη ήταν εντελώς αναντίστοιχη με τον παραγωγικό δυναμισμό της χώρας. Σημειώθηκε πλήρης αποτυχία στη διάσωση του παραγωγικού ιστού στον δευτερογενή αλλά και στον πρωτογενή τομέα. Στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια, δεν είχαμε κάτι σαν την άνθιση της Καταλονίας ή της Τρίτης Ιταλίας (οικονομικά γεγονότα που εν μέρει οφείλονται στην αριστερά και τα κινήματα), αν και βέβαια ως χώρα δεν είχαμε ποτέ τη βιομηχανική ή την αστική παράδοση της Καταλονίας και της Ιταλίας.

Στα πλαίσια της σοσιαλδημοκρατίας, η εναλλακτική απάντηση σ’ εκείνη που δόθηκε στην Ελλάδα και στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν ο σοσιαλφιλελευθερισμός που ξεκίνησε με τους Νέους Εργατικούς του Τόνι Μπλαίρ και τον «Τρίτο Δρόμο» και επρόκειτο να επικρατήσει πλήρως τις επόμενες δεκαετίες ακόμα και μεταξύ των ελπιδοφόρων κάποτε κομμάτων των πρασίνων. Όμως ο πολύ πιο ρεαλιστικός σοσιαλφιλελευθερισμός, εξόκειλε τείνοντας να ταυτιστεί με τη νεοφιλελεύθερη δεξιά και προκαλώντας έτσι σήμερα μια επικίνδυνη δομική ανισορροπία στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Στην Ευρωπαϊκή ένωση σήμερα εκδηλώνονται φυγόκεντρες τάσης κάθε είδους, βαθαίνει η αντίθεση Βορρά-Νότου, οξύνεται η σύγκρουση ανάμεσα σε «εθνικές» οικονομίες, επιταχύνεται η κατά τμήματα διάλυση του κοινωνικού ιστού ενώ είναι φανερή η αδυναμία διαχείρισης των κοινωνικών συγκρούσεων. Η οικονομική ύφεση, η στασιμότητα, η υπερχρέωση κ.α. αντιστοιχούν στις αυξανόμενες αδυναμίες της ευρωπαϊκής «αγοράς», η οποία όπως κάθε αγορά είναι δημόσιος θεσμός και ως εκ τούτου, κατασκευάζεται πολιτικά. Βέβαια, η ενσωμάτωση των «εθνικών» οικονομιών σε μια ευρωπαϊκή οικονομία, δεν μπορεί να είναι πλήρης και χωρίς υπόλοιπα ώστε να δώσει έναν ομοιογενή χώρο. Οι εθνικές/εθνοτικές ιεραρχίες, η εξάρθρωση ή καλύτερα η ανηλεής κατάτμηση σε ζώνες, αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού. Όμως ο ανασυνδιασμός των ζωνών αυτών και των κάθε λογής θραυσμάτων, είναι ένα πολύ κρίσιμο ηγεμονικό εγχείρημα και η απουσία ενός φορέα ικανού να το αναλάβει, αποτελεί ένα πραγματικό συστημικό κίνδυνο για την (καπιταλιστική) Ευρώπη.

Εντωμεταξύ στην Ελλάδα, η άνοδος της αριστεράς στην εξουσία (του ΣΥΡΙΖΑ) ήταν η μόνη δυνατή απάντηση της κοινωνίας με δεδομένη τη διπλή αποτυχία των κινημάτων των τελευταίων χρόνων: απέτυχαν εν πολλοίς να κερδίσουν πολιτικές νίκες απέναντι στο κράτος, απέτυχαν να βαθύνουν το κοινωνικό τους περιεχόμενο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι επρόκειτο για κοινωνικό-πολιτικά κινήματα, με το βάρος να πέφτει σχεδόν μονομερώς στο πολιτικό στοιχείο. Σήμερα η ελληνική ενδογενής δυναμική, συμπίπτει με την αυξανόμενη κατανόηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο των σοβαρών κινδύνων που συνεπάγεται η απουσία ευρωπαϊκής εναλλακτικής στρατηγικής η οποία να αφορά το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης˙ κινδύνων που επισημαίνει γλαφυρά και μαζί σε δραματικούς τόνους ο Wolfgang Munchau στους Financial Times. Αυτή ακριβώς η σύμπτωση, είναι «η ευρωπαϊκή ώρα της Ελλάδας», για την οποία μιλάει ο Αντώνης Λιάκος. Η μεγάλη ευκαιρία του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και ο χειρότερος κίνδυνος εάν δεν τον ευνοήσει η συγκυρία), είναι η δυνατότητα του να αναστρέψει τις διαδικασίες οικοδόμησης της λεγόμενης «γερμανικής Ευρώπης» και να δρομολογήσει τη συγκρότηση εναλλακτικών ηγεμονικών συνασπισμών γύρω από ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» στη θέση του παλιού σοσιαλδημοκρατικού, ο καιρός του οποίου έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το νέο «κοινωνικό συμβόλαιο», πρωτοδιατυπώθηκε στη Λατινική Αμερική μέσα από τη σχέση των κυβερνήσεων της αριστεράς με τα κοινωνικά κινήματα. Μια επόμενη φάση, ήταν η προεδρία Ομπάμα με όλη της την αντιφατικότητα και τώρα ήρθε η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ και του Podemos.

Και ποιά θέση έχει σ’ αυτό το εγχείρημα ο σοσιαλισμός, η γενικευμένη αυτοδιαχείριση, η άμεση δημοκρατία κ.α.; Την δεκαετία του ’80, η συζήτηση για το «κοινωνικό συμβόλαιο» διεξαγόταν ακόμη μέσα στον νοητικό ορίζοντα της σοσιαλιστικής προοπτικής, με αποτέλεσμα οι πράξεις να μαλλιοτραβιούνται με τα λόγια. Σήμερα, ο τρόπος πρόσληψης της πραγματικότητας από τη ριζοσπαστική διανόηση, είναι πολύ πιο πλουραλιστικός και εναντίον της δικτατορίας «είτε της αγοράς, είτε του κράτους, είτε των άμεσων παραγωγών» (Λακλάου) . Μια μεικτή οικονομία, φαίνεται να είναι αποδεκτή σχεδόν απ’ όλους τους διανοούμενους της αριστεράς. Μερικοί μας καλούν να πάψουμε να βλέπουμε την κοινωνία κεφαλαιο-κεντρικά, ενώ άλλοι (π.χ. ο Ντε Άντζελις), μας διαβεβαιώνουν ότι ο καπιταλισμός δεν υπάρχει. Ο σημερινός νοητικός ορίζοντας, διέπεται από τις κατηγορίες του εκδημοκρατισμού και της διαφοράς και τα τρέχοντα προτάγματα, είναι αυτά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στρέφονται εναντίον του ρατσισμού , του αντισημιτισμού, του αποκλεισμού κ.τ.λ. Εδώ και τρεις-τέσσερις δεκαετίες, πολλοί διανοούμενοι έχουν επεξεργαστεί τα κατάλληλα νοητικά εργαλεία με τα οποία το δίκτυο εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κατανοεί μ’ ένα λίγο-πολύ διαυγή τρόπο αυτό που κάνει. Εν πολλοίς, οι ίδιοι διανοούμενοι (Λακλάου, Μουφ, Ζίζεκ, Χαρντ, Νέγκρι κ.α.) έχουν αναγνωρίσει πόσο σημαντική είναι για τα κινήματα η κυβερνώσα αριστερά. Τα κοινωνικά κινήματα μπορούν να πειραματίζονται με την άμεση δημοκρατία και την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία στις «ρωγμές» και να αφήσουν τα υπόλοιπα στους «πολιτικούς ακτιβιστές» (η τελευταία φράση είναι του Ντε Άντζελις).

Ένα μεγάλο μέρος της κομματικής οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ και προπάντων η αριστερή του πτέρυγα, δεν αποδέχονται τις απόψεις αυτές. Εδώ πρέπει να ξεχωρίσουμε δίκτυο εξουσίας, ΣΥΡΙΖΑ/κομματική οργάνωση. Το δίκτυο εξουσίας στη σύγχρονη (καπιταλιστική) πολιτική, έχει πάρει τη θέση του μαζικού κόμματος το οποίο έχει επικρατήσει μια προηγούμενη περίοδο. Η κομματική οργάνωση, κληρονόμος του μαζικού κινήματος, αποτελεί ένα μέρος μόνο του ευρύτερου δικτύου εξουσίας ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης, η διάκριση δίκτυο εξουσίας/κόμμα, δεν έχει να κάνει με τη διάκριση αριστερή κυβέρνηση/κοινωνικά κινήματα. Οι αγωνιστές αυτοί, πρέπει πριν απ’ όλα να καταλάβουν τη σχετικά περιορισμένη εμβέλεια –όποια κι αν είναι η έκβαση– των συγκρούσεων στο εσωτερικό ενός κόμματος την εποχή των δικτύων εξουσίας. Πολλοί ανάμεσά τους, αντιλαμβάνονται και σωστά ότι υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα με τις μεταμοντέρνες πολιτικές θεωρίες στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως. Όμως το αντικαπιταλιστικό εγχείρημα –το οποίο θα διαδραματιστεί κατά το μεγαλύτερο μέρος πέραν του ΣΥΡΙΖΑ– δεν μπορεί πλέον να διατυπωθεί με τους όρους του κράτους πρόνοιας, του μαζικού κόμματος και συνδικάτου, δηλαδή με τους όρους που γέννησε μια προηγούμενη περίοδος του καπιταλισμού. Από αυτή τη σκοπιά, η αντιπολίτευση του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τον ΣΥΡΙΖΑ, έρχεται από μια άλλη εποχή την οποία δεν έχουμε λόγους να νοσταλγούμε. Οι καινούργιοι όροι θα αναδειχθούν και αναδεικνύονται ήδη μέσα από την κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση, η στράτευση στην αντικαπιταλιστική ανατροπή δεν μπορεί να ξεχνάει το κράτος, το κεφάλαιο ή την ταξική πάλη και συνάδει με τη διαλεκτική και μια ολιστική αντίληψη του κόσμου. Από τη σκοπιά της Επανάστασης το έργο του Μαρξ, του Μπακούνιν, των Κομμουνιστών των Συμβουλίων, αλλά και του Καστοριάδη, του Γκυ Ντεμπόρ κ.α. παραμένει πάντα επίκαιρο, ενώ θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά γόνιμη η κριτική επιστροφή στους μεγάλους θεωρητικούς των δημοκρατικών επαναστάσεων, δηλαδή στον Ρουσώ και τον Χέγκελ. Όμως, στους καιρούς μας αυτή η επικαιρότητα ή η γονιμότητα δεν είναι καθόλου δεδομένη. Πρέπει να επαναδιεκδικηθεί, να ξανακερδηθεί –σε ένα μεγάλο μέρος να ξαναδημιουργηθεί- μέσα από σκληρές πολιτικοθεωρητικές συγκρούσεις.

 Ο αντικαπιταλιστικός δρόμος θα διανοιχθεί μέσα από τις τρέχουσες πολιτικοκοινωνικές μάχες στις οποίες και καλούμαστε να πάρουμε μέρος. Αυτό που πρέπει όμως να τονίσουμε με τον πιο κατηγορηματικό και ξεκάθαρο τρόπο, είναι ότι δεν μπορούμε να στριμώξουμε τα όνειρα, τις ουτοπίες και τα κοινωνικά μας οράματα στις «ρωγμές», ότι δεν μπορούμε να χάσουμε από τα μάτια μας τον ορίζοντα μιας ανθρωπότητας –μιας ολόκληρης ανθρωπότητας– που να είναι απαλλαγμένη από το κράτος και το κεφάλαιο. Η άλλη πλευρά της επικράτησης των μεταμοντέρνων πολιτικών θεωριών είναι το να αφήσουμε το πάθος για το απόλυτο στους μουσουλμάνους φονταμενταλιστές. Ας μην επιτρέψουμε να συμβεί κάτι τέτοιο.

27-1-2015



Thursday, 12 June 2014

Ο Giorgio Agamben για την αρχαιολογία μιας αποτυχίας



Σήμερα, τα πολιτικά κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται ως «προοδευτικά» και οι συνασπισμοί της λεγόμενης «Αριστεράς» έχουν κερδίσει αρκετούς μεγάλους δήμους, όπου έγιναν αυτοδιοικητικές εκλογές. Προκαλεί έκπληξη η σπουδή και η μονομανία των νικητών να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως establishment, να καθησυχάσουν με κάθε κόστος τους ισχυρούς του παλαιού οικονομικού, πολιτικού και θρησκευτικού κατεστημένου. Όταν ο Ναπολέων νίκησε τους Μαμελούκους στην Αίγυπτο, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να καλέσει τους προύχοντες, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του παλαιού καθεστώτος, για να τους πληροφορήσει ότι, υπό τον νέο κυρίαρχο, οι προνομίες και οι αρμοδιότητές τους θα παρέμεναν άθικτες. Μια και δεν έχουμε να κάνουμε με στρατιωτική κατάκτηση μιας ξένης χώρας, ο ζήλος με τον οποίο ο αρχηγός ενός κόμματος –το οποίο έως πρότινος ονομαζόταν Κομμουνιστικό– βάλθηκε να καθησυχάσει τραπεζίτες και καπιταλιστές, επισημαίνοντας ότι η λιρέτα και το χρηματιστήριο άντεξαν τη δοκιμασία, είναι, τουλάχιστον, άκαιρος. Ένα είναι βέβαιο: αυτοί οι πολιτικοί θα καταλήξουν να ηττηθούν από την ίδια τη βούλησή τους να νικήσουν με κάθε κόστος. Η επιθυμία να γίνουν establishment θα τους καταστρέψει, όπως ακριβώς κατέστρεψε και τους προκατόχους τους.


Είναι σημαντικό να είναι κανείς σε θέση να διακρίνει μεταξύ ήττας και ατίμωσης. Η νίκη της Δεξιάς στις βουλευτικές εκλογές του 1994 υπήρξε ήττα για την Αριστερά, ήττα όμως που θα μπορούσε να μην ήταν κατ’ ανάγκη ατιμωτική. Εάν, όπως είναι σίγουρα η περίπτωση, η ήττα αυτή υπήρξε ατιμωτική, αυτό συνέβη επειδή σηματοδότησε την κατάληξη μιας διαδικασίας συνεχών υποχωρήσεων που είχε ήδη αρχίσει πριν από πολλά χρόνια.

Η ήττα ήταν ατιμωτική, όχι γιατί επήλθε μετά από μια μάχη δοσμένη από αντίθετες θέσεις, αλλά απλώς επειδή ακολουθήθηκε ηθελημένα η ταυτόσημη ιδεολογία του θεάματος, της αγοράς και των επιχειρήσεων. Ένας καπιταλισμός με καπέλο μελόν και πούρο, ένας καπιταλισμός με ένοχη συνείδηση, ηττήθηκε από έναν καπιταλισμό πιο απελευθερωμένο, χωρίς συμπλέγματα (πράγμα προβλέψιμο). Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει το γεγονός αυτό ως μοιραία συνέπεια μιας προδοσίας που είχε ήδη ξεκινήσει στα χρόνια του σταλινισμού. Μπορεί, όντως, να είναι έτσι. Ωστόσο, αυτό που μας απασχολεί εδώ δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας εξέλιξης που ξεκίνησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Πράγματι, έκτοτε μόνο ο ολικός εκφυλισμός του σκέπτεσθαι προσέλαβε την υποκριτική μορφή και τη φωνή του ορθού λόγου και της κοινής λογικής, που σήμερα εμφανίζεται με το όνομα του «προοδευτισμού».

Στο βιβλίο του L’Archéologie d’un échec [Η αρχαιολογία μιας αποτυχίας), ο Jean-Claude Milner έχει σαφώς ταυτοποιήσει και ορίσει ως «προοδευτισμό» την αρχή στο όνομα της οποίας έλαβε χώρα η διαδικασία του συμβιβασμού. Η επανάσταση έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο συμβιβασμού με το κεφάλαιο και την εξουσία, όπως ακριβώς η εκκλησία έπρεπε να τα βρει με τον νεωτερικό κόσμο. Έτσι, η συνταγή που πρυτάνευσε στη στρατηγική του προοδευτισμού, κατά τη διάρκεια της πορείας του προς την εξουσία, πήρε σιγά-σιγά την εξής μορφή: οφείλει να υποχωρεί κανείς στα πάντα, πρέπει να συμφιλιώνει το κάθε τι με το αντίθετό του, τη νοημοσύνη με την τηλεόραση και τη διαφήμιση, την εργατική τάξη με το κεφάλαιο, την ελευθερία του λόγου με το Κράτος-θέαμα, το περιβάλλον με τη βιομηχανική ανάπτυξη, την επιστήμη με την κοινή γνώμη, τη δημοκρατία με τον εκλογικό μηχανισμό, την ένοχη συνείδηση ​​και την αποστασία με τη μνήμη και την αφοσίωση.

Σήμερα βλέπουμε πού μας έχει οδηγήσει μια τέτοια ολέθρια στρατηγική. Η Αριστερά έχει συνεργαστεί ενεργά, σε όλους τους τομείς, στη δημιουργία συναινετικών εργαλείων και προϋποθέσεων που θα επιτρέψουν στη Δεξιά, από τη στιγμή που θα καταλάβει την εξουσία, να εφαρμόσει απλώς και να εξελίξει προκειμένου να πετύχει τους  δικούς της σκοπούς, χωρίς καμία δυσκολία. Έτσι, ενώ τα ιταλικά συνδικάτα υπέγραφαν τις συμφωνίες του Ιουλίου, σηματοδοτώντας την πλήρη αποστράτευση της εργατικής τάξης από τον αγώνα για συλλογικές συμβάσεις, περνούσε νόμος με τις ψήφους της Αριστεράς ο οποίος, με το πρόσχημα της προάσπισης της αυτονομίας των πανεπιστημίων, παρέδιδε το Πανεπιστήμιο στη λογική των επιχειρήσεων.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο η γερμανική Σοσιαλδημοκρατία αφόπλισε πνευματικά και φυσικά την εργατική τάξη, πριν παραδοθεί στον Ναζισμό. Και ενώ οι πολίτες, άνθρωποι καλής θέλησης, καλούνται σε επαγρύπνηση εν όψει κάποιων κατά φαντασία μετωπικών συγκρούσεων, η Δεξιά  έχει ήδη περάσει μέσα από το ρήγμα που η ίδια η Αριστερά έχει ανοίξει στις γραμμές της.


Giorgio Agamben [1996], "Σ’ αυτή την εξορία. Ιταλικό ημερολόγιο 1992-1994" [απόσπασμα], στο Μέσα χωρίς σκοπό. Σημειώσεις πάνω στην πολιτική [Mezzi senza fine, Bollati Boringhicri editore].

Wednesday, 11 June 2014

Support Embros / Στηρίξτε το Εμπρός



Συνέλευση για τη δίκη των δύο ηθοποιών που συνελήφθησαν στο Θέατρο Εμπρός κατά τη διάρκεια πρόβας



Τ
ην Πέμπτη 19 Ιουνίου δικάζονται στο Α’ Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας οι ηθοποιοί Βασίλης Σπυρόπουλος και Δημήτρης Δρόσος, που συνελήφθησαν στις 30 Οκτωβρίου στον χώρο του Θεάτρου Εμπρός την ώρα που έκαναν πρόβα. Μετά από 24ωρη κράτηση με την αυτόφωρη διαδικασία παραπέμφθηκαν σε δίκη με τις κατηγορίες της παραβίασης «σφραγίδων, διατάραξης οικιακής ειρήνης και κατ’ εξακολούθηση κατάληψης δημοσίου κτιρίου». Αυτή η αδιανόητη σύλληψη αποτελεί κορύφωση της επίθεσης της Πολιτείας σε ένα χώρο που τα τρία τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε πυρήνα εναλλακτικής πολιτιστικής και κοινωνικής δράσης για το κέντρο της Αθήνας και μάλιστα μέσα στην καρδιά της κρίσης.



Από το Νοέμβριο του 2011, το Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, εγκαταλελειμμένο για πολλά χρόνια από την ελληνική πολιτεία, λειτουργεί ως καλλιτεχνικός αυτοδιαχειριζόμενος χώρος. Με πολιτισμική και κοινωνική δράση, σύνδεση με τους κατοίκους της γειτονιάς αλλά και με άλλους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, καθώς και με ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής και της διεθνούς καλλιτεχνικής και ακαδημαϊκής κοινότητας, λειτουργεί ως πυρήνας καλλιτεχνικής δημιουργίας και πειραματισμού, αλλά και κοινωνικής αλληλεγγύης και πολιτικού ακτιβισμού, αντίθετος σε κάθε λογική εμπορευματοποίησης και αποκλεισμού, ως κοινό αγαθό για τη γειτονιά και την πόλη.

Στα πρόσωπα των δύο ηθοποιών δικάζεται το ίδιο το Εμπρός, η σωτηρία του οποίου είναι σημαντική σε μια εποχή που το κράτος αποδεικνύεται ανίκανο ή μάλλον απρόθυμο να στηρίξει υλικά τον πολιτισμό και τη δημιουργία κοινωνικών δομών.
Ήδη έχουν υπογραφεί δηλώσεις υποστήριξης και έχουν σταλεί επιστολές συμπαράστασης προς το ΕΜΠΡΟΣ από ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, ακαδημαϊκούς, διανοούμενους, καλλιτέχνες, πολιτικές οργανώσεις, συλλογικότητες, πολλούς φορείς και άτομα από την Ελλάδα και το εξωτερικό. (αναλυτικά: http://embrostheater.blogspot.gr/2013/10/blog-post_31.html και http://www.gopetition.com/petitions/support-embros-society-and-culture-under-threat-in-greece.html).
.
Καθώς την Κυριακή 15 Ιουνίου στις 19.00 η Ανοιχτή Συνέλευση του Εμπρός είναι αφιερωμένη στη δίκη, καλούμε τις καλλιτεχνικές ομάδες, τις συλλογικότητες, τους φορείς και τα άτομα που έχουν συμμετάσχει στο Εμπρός κι έχουν παρουσιάσει το έργο τους στο χώρο αυτόν, να συμμετέχουν στη συνέλευση αλλά και να παρίστανται τη μέρα της δίκης στο δικαστήριο. Η υποστήριξή σας είναι ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση του εγχειρήματος του ΕΜΠΡΟΣ αλλά και για τους δύο συλληφθέντες ηθοποιούς.










Saturday, 8 March 2014

Μονηρά Χοσαϊνί / منیره حسینی




Κάθε βράδυ,
με ψεύτικα λουλούδια
"συναντάω" τον άντρα των ονείρων μου
ώρες μα ώρες
χορεύω με τα ψεύτικα μου πόδια.
μετά,
ανάμεσα στα σεντόνια, κρυμμένη,
φτιάχνω «κανονικά» παιδιά,
παιδιά,
που με τα κλάματα τους με ξυπνάνε,
εσύ,
συνέχεια φωνάζεις τη "κανονική" σου γυναίκα,
εγώ,
με το κανονικό μου μαχαίρι,
κομμάτια
κομμάτια
τον βγάζω έξω από τα όνειρα μου!

*Μονηρά Χοσαϊνί (Αφγανή ποιήτρια)
σε ελεύθερη μετάφραση του Nasim Lomani

هرشب
با گلی مصنوعی
به دیدار مردی خیالی می روم
ساعت ها
با پاهایی مصنوعی تر می رقصم
و بعداز سطري سانسورشده
«بچه هایی طبیعی می سازم»
بچه هایی
که با سروصدایشان بیدار می شوم
تو
مدام یک زن حقیقی را صدا می زنی
و من با چاقویی واقعی
تکه
تکه
او را از سینه ی خواب هایت بیرون می آورم


منیره حسینی

Design Dimitris Arvanitis / Δημήτρης Αρβανίτης



Friday, 7 March 2014

Κωστής Καρπόζηλος: Παγιδευμένοι στην ιστορία

Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών. Και όταν ακόμα οι ζωντανοί φαίνονται σαν ν’ ασχολούνται ν’ ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα και να δημιουργήσουν κάτι που έχει προϋπάρξει, σ’ αυτές ακριβώς τις εποχές της επαναστατικής κρίσης επικαλούνται φοβισμένοι τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα μαχητικά συνθήματά τους, τις στολές τους για να παραστήσουν με την αρχαιοπρεπή αυτή, σεβάσμια μεταμφίεση και μ’ αυτή τη δανεισμένη γλώσσα τη νέα σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας. Έτσι ο Λούθηρος φόρεσε τη μάσκα του απόστολου Παύλου, η επανάσταση του 1789-1814 ντύθηκε διαδοχικά τη στολή της ρωμαϊκής δημοκρατίας και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η επανάσταση του 1848 δε βρήκε να κάνει τίποτα καλύτερο από το να παρωδήσει πότε το 1789 και πότε την επαναστατική παράδοση του 1793-1795. Έτσι κι ο αρχάριος που έμαθε μια ξένη γλώσσα τη μεταφράζει πάντα στη μητρική του και μόνον όταν αρχίσει να χειρίζεται την ξένη γλώσσα χωρίς να θυμάται τη μητρική του και μάλιστα να ξεχνά τη μητρική του γλώσσα, θα μπορέσει να αφομοιώσει το πνεύμα της καινούριας γλώσσας και να δημιουργήσει σ’ αυτήν.
-Κ. Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη


Στις 27 Νοεμβρίου του 2013 ο Αλέξης Τσίπρας με ένα σύντομο κείμενο στον Guardian ανακοίνωσε ότι θα είναι υποψήφιος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την προεδρία της Κομισιόν.[1] Η επιλογή του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς φαντάζει λογική: ο Αλέξης Τσίπρας προέρχεται από τη χώρα που βρίσκεται στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπεί την κοινωνία που έχει υποστεί τις σοβαρότερες συνέπειες από την κρίση της Ευρωζώνης και συμβολίζει την αριστερά εκείνη που κατάφερε να αναδειχθεί σε υπολογίσιμο αντιπολιτευτικό πόλο έναντι των κυρίαρχων πολιτικών της λιτότητας. Με την υποψηφιότητα του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς φιλοδοξεί να προβάλει τη δυνατότητα διεξόδου από την κρίση της Ευρωζώνης σε μια εκλογική αναμέτρηση που θα λειτουργήσει ως πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα για το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Η σύγκριση ανάμεσα στις ευρωεκλογές του 2009 και του 2014 υπογραμμίζει τις πυκνές ενδιάμεσες εξελίξεις που τροποποίησαν τους όρους διαβίωσης εκατομμυρίων πολιτών, αλλά κυρίως αποσταθεροποίησαν τις βεβαιότητες γύρω από την αέναη ανάπτυξη του δυτικού κόσμου στη μετά το 1973 εποχή. Το 2009 οι καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις για τον προσωρινό χαρακτήρα της κρίσης και οι προσδοκίες της επικείμενης επανόδου στην κανονικότητα είχαν διαμορφώσει ένα κυρίαρχο κλίμα αυτοπεποίθησης για τις προοπτικές και τις αντοχές της Ευρωζώνης. Ο πολιτικός χάρτης των Ευρωεκλογών αποτύπωνε την παγιωμένη κυριαρχία σοσιαλδημοκρατών και χριστιανοδημοκρατών, αφήνοντας μικρά περιθώρια για τις ριζοσπαστικές ή συντηρητικές αντιπολιτεύσεις στο κυρίαρχο ευρωπαϊκό αφήγημα. Σήμερα, ο κλυδωνισμός του ευρώ, του πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και η αδυναμία των κυρίαρχων πολιτικών να εγγυηθούν τη διέξοδο από τις πολιτικές της λιτότητας δημιουργούν πρόσφορους όρους για την απελευθέρωση φυγόκεντρων δυναμικών που έως τώρα είχαν «εθνικό» χρώμα. Συμπτωματικά, οι ίδιοι οι όροι της αναμέτρησης του Μαΐου του 2014 ενισχύουν την προοπτική αναδιάταξης του ευρωπαϊκού πολιτικού χάρτη, καθώς η Συνθήκη της Λισσαβόνας προωθεί τη δημιουργία πιο συνεκτικών ευρωπαϊκών σχηματισμών από τις χαλαρές ευρωκοινοβουλευτικές ομάδες. Στο έδαφος αυτό διαγράφεται η ανησυχητική ανάδυση ενός ισχυρού αντιδραστικού άξονα στον ευρωπαϊκό Βορρά, ο οποίος εκτείνεται από την παραδοσιακή άκρα δεξιά (Γαλλία) έως τις σύγχρονες εκδοχές του εθνικού ευρωσκεπτικισμού (Μ. Βρετανία).

Λίνα Μανουσογιαννάκη
Στον αντίποδα του αντιδραστικού ευρωσκεπτικισμού, το κείμενο του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να τονίσει τη δυνατότητα μιας προοδευτικής εναλλακτικής πρότασης, η οποία θα μετασχηματίσει την αγανάκτηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε προοπτική διεξόδου από την κρίση. Παρ’ όλη την επιμονή στη δυνατότητα της αριστεράς να «φτιάξει μια καλύτερη Ευρώπη» το κείμενο αποτυγχάνει να περιγράψει αυτό το κινητοποιητικό όραμα. Ο λόγος που αποτυγχάνει δεν οφείλεται στην έλλειψη ριζοσπαστικότητας της ευρωπαϊκής αριστεράς ή στην κοινοτοπία των διατυπώσεων γύρω από τις καταστροφικές συνέπειες της κρίσης, αλλά στην αδυναμία του Αλέξη Τσίπρα να συνοψίσει πειστικά την εναλλακτική πρόταση με όρους ρήξης με το παρόν. Αντίθετα, ο πυρήνας του κειμένου εγκλωβίζεται σε μια παλινδρόμηση μεταξύ του ενοχλητικού παρόντος και του καθησυχαστικού παρελθόντος: «η Ευρώπη [μπορεί] να σταματήσει τη σοκαριστική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναμορφώνοντας το κράτος, αποκαθιστώντας την ανάπτυξη και δημιουργώντας υψηλής ποιότητας, σταθερές θέσεις εργασίας, με τις πρόνοιες που ιστορικά συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου». Αν ήταν ζήτημα διατύπωσης, δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία. Ο τόνος όμως του Αλέξη Τσίπρα αντιστοιχεί σε μία γενικευμένη επιστροφή της Ευρωπαϊκής αριστεράς στο παρελθόν. Παγιδευμένη στην ιστορία η ευρωπαϊκή αριστερά προσπαθεί να περιγράψει τη ρήξη με το παρόν καταφεύγοντας σε σχήματα ιστορικών αναλογιών και σκιαγράφησης του μέλλοντος μέσω του οικείου παρελθόντος. Στην τελευταία σύνοδο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς στη Μαδρίτη διαδοχικές αναφορές σε «ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ», σε «ένα νέο New Deal», στην «πρόταση διοργάνωσης ενός Ευρωπαϊκού Συνεδρίου για το Χρέος όπως αυτό του Λονδίνου του 1953» και η νοσταλγία του «Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου» φάνηκαν να επιβεβαιώνουν τον αστεϊσμό του Γιώργου Σταθάκη ότι το οικονομικό πρόγραμμα της αριστεράς είναι «η έκθεση Πόρτερ του 1947».

Οι συστηματικές αναφορές στο σχεδίου Μάρσαλ προσφέρονται για έναν παρενθετικό προβληματισμό σχετικά με την απροβλημάτιστη ενσωμάτωση της γενέθλιας πράξης του Ψυχρού Πολέμου στη ρητορική της ευρωπαϊκής αριστεράς. Ταυτόχρονα, στο πεδίο των εγχώριων εντυπώσεων είναι αξιοσημείωτη η βαθμιαία μεταβολή του παραδείγματος από το έμπλεο πάθους «νέο ΕΑΜ» του πρώιμου αντιμνημονιακού μετώπου στην κατά τι πιο διαχειριστική «έκθεση Πόρτερ». Τέλος, η αναβάθμιση του μεταπολεμικού κοινωνικού μοντέλου σε πρότυπο για τη μελλοντική έξοδο από την κρίση δημιουργεί μια τεράστια αντίφαση: η αριστερά του 21ου αιώνα εμφανίζεται να υπερασπίζεται μια παράδοση, τη στιγμή που έχουν οριστικά εκλείψει όλοι οι ιστορικοί παράγοντες που την είχαν καταστήσει δυνατή: τα συνεκτικά εργατικά συνδικάτα, η ηγεμονία του κεϋνσιανισμού, οι οικονομικοί όροι της μεταπολεμικής ανάπτυξης και η ύπαρξη μιας φαινομενικά ισοδύναμης εναλλακτικής πρότασης στην ευρωπαϊκή Ανατολή με κέντρο τη Μόσχα.




Λίνα Μανουσογιαννάκη

Όλα αυτά όμως παρά τη σημασία τους είναι επιμέρους ζητήματα μπροστά στο κύριο: τον εγκλωβισμό της αριστεράς στην ιστορία. Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά κάποιες τάσεις ή πρόσωπα εντός της αριστεράς. Εκτείνεται από τις πιο διαχειριστικές της πτέρυγες, οι οποίες νοσταλγούν το απολεσθέν κοινωνικό συμβόλαιο που εξασφάλιζε την απρόσκοπτη κοινωνική τους ευημερία, έως τις πιο ριζοσπαστικές που ανασύρουν από τον ιστορικό τσελεμεντέ ανάλογες «στιγμές» –επιλέξτε ελεύθερα μεταξύ 1917, 1936, 1968, 1973 κ.ο.κ.– για να αναζητήσουν διδάγματα για το παρόν και να αντλήσουν έμπνευση για το μέλλον. 

* * *

Στη διαδρομή της αριστεράς μέσα στον χρόνο η επίκληση της ιστορίας αποτέλεσε κύριο στοιχείο ιδεολογικής –και ψυχικής– συγκρότησης. Η πεποίθηση ότι ο ιστορικός χρόνος εκδιπλώνεται γραμμικά προετοιμάζοντας μέσα από τις διαδοχικές «εποχές» την έλευση της επαναστατικής στιγμής, η οποία θα οριοθετούσε τη μετάβαση από την προϊστορία στην ιστορία της ανθρωπότητας, παρήγαγε μια εκθαμβωτική παράδοση εμπιστοσύνης στην ιστορική εξέλιξη.[2] Οι πολιτικές και κοινωνικές πρωτοπορίες του 19ου και του 20ού αιώνα στηρίχτηκαν στην αναμονή της ωρίμανσης των συνθηκών, της υπομονετικής προεργασίας για την ευλογημένη ώρα της ιστορικής ρήξης, της πίστης στον επικείμενο και προδιαγεγραμμένο κοινωνικό μετασχηματισμό που αντιστοιχούσε σε επιστημονικά θεμελιωμένα στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης. Οι απολογίες των επαναστατών στα παγκόσμια στρατοδικεία, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου, αποτυπώνουν τη βαθιά πίστη στην ιστορία: τη βεβαιότητα ότι οι θυσίες, και οι ήττες, του παρόντος συνιστούν το προανάκρουσμα της νομοτελειακής επιτάχυνσης του ιστορικού χρόνου. Οι ακροτελεύτιες λέξεις της απολογίας του Φιντέλ Κάστρο το 1953, «καταδικάστε με. Δεν έχει σημασία. Η Ιστορία θα με δικαιώσει», συμπυκνώνουν τον κινητοποιητικό ρόλο της ιστορίας στη συγκρότηση του επαναστατικού βολονταρισμού και την πεποίθηση των επαναστατών ότι η εμπρόθετη δράση τους επιτάχυνε την ατμομηχανή της ιστορίας προς τον επιθυμητό, και αντικειμενικά αναπόδραστο, στόχο.

Οι παρατηρήσεις αυτές όσο και αν φαντάζουν έκκεντρες προσφέρουν τη δυνατότητα να σκεφτούμε πάνω σε έναν καθοριστικό μετασχηματισμό: η αριστερά του 21ου αιώνα περιγράφει το μέλλον όχι επικαλούμενη πλέον τη νομοτέλεια της ιστορίας, αλλά αντιστρόφως μέσα από τη νοσταλγία του παρελθόντος. Τι έχει μεσολαβήσει; Αναμφίβολα μια πρώτη απάντηση εδράζεται στη χειραφέτηση της αριστεράς από τις αδήριτες βεβαιότητες γύρω από την ιστορική εξέλιξη όπως είχαν διαμορφωθεί, και διαστρεβλωθεί, μέσα στον 20ό αιώνα. Η χειραφέτηση αυτή υπήρξε κύριο παρεπόμενο του τέλους του Ψυχρού Πολέμου. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης όχι μόνο απονομιμοποίησε τις βεβαιότητες της δογματικής αριστεράς, αλλά συμπαρέσυρε τις ανάλογες των εναλλακτικών, αντιπολιτευτικών ρευμάτων που προσέβλεπαν σε μια νέα επαναστατική διαδικασία και για τον λόγο αυτόν χαιρέτιζαν με ενθουσιασμό κινήματα όπως της Αλληλεγγύης στην Πολωνία. Το 1991, το τελευταίο έτος του 20ού αιώνα, εκτός από τις ορατές πολιτικές συνέπειες για την αριστερά, οριοθετεί και το τέλος των προσδοκιών γύρω από τη νομοτελειακή ιστορική εξέλιξη των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Η αριστερά λοιπόν του 21ου αιώνα, απαλλαγμένη από το βάρος της ιστορικής προσδοκίας, φαίνεται να επανασυνδέεται με την καταχωνιασμένη ρήση του Μαρξ «η ιστορία δεν κάνει τίποτα». Αυτή η εξέλιξη που φαντάζει αρχικά χειραφετητική οδήγησε όμως σε έναν νέο, διαφορετικού τύπου, καταναγκασμό: αποστερημένη από την πίστη της νομοτελειακής εξέλιξης, η αριστερά αναζητά έμπνευση στην ιστορία με τη μορφή της νοσταλγίας για τον οριστικά απολεσθέντα παράδεισο, είτε με τη μορφή του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα είτε με τη μορφή του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους που μας διαμόρφωσε – βιολογικά, ψυχολογικά και διανοητικά.


Δεν πρόκειται για ζήτημα επαναστατικότητας ή ρεφορμισμού. Πρόκειται για το αδιέξοδο της ριζοσπαστικής σκέψης, η οποία αδυνατεί να φανταστεί το μέλλον με όρους ριζικά διαφορετικούς από αυτούς εντός των οποίων διαμορφώθηκε. Η αριστερά μετά το 1989/1991 αποδέχτηκε ότι ο ρόλος της θα εξαντλείται στην άρθρωση κοινωνικής κριτικής από την άκρη του πολιτικού φάσματος και ικανοποιήθηκε –στην εγχώρια εκδοχή της– από την επαρκή κοινωνική και εκλογική της αναπαραγωγή. Σε μια εποχή περιορισμένων προσδοκιών, η ενατένιση του μέλλοντος μετατράπηκε σε μια χιλιαστική προφητεία, η οποία εξυπηρετούσε τη συνοχή των χαρούμενων πιστών, παρότι ακόμα και οι ίδιοι στο περιθώριο της επίσημης κομματικής ρητορικής κορόιδευαν μεταξύ τους τη μεταφυσική πλέον αναμονή της «επαναστατικής στιγμής». Το «σύντροφοι, ευτυχώς ηττηθήκαμε» δεν αφορούσε μόνο τους πολυάριθμους «πρώην», αλλά διαπερνούσε την ίδια την ανασυγκρότηση των υπολειμμάτων τις ιστορικής εμπειρίας του 20ού αιώνα.


Λίνα Μανουσογιαννάκη

Η παροντική κρίση, και η εν γένει αμφισβήτηση της ηγεμονίας που διαμορφώθηκε μετά το 1991, αιφνιδίασε την αριστερά και εντέλει επιβεβαίωσε τη λαϊκή ρήση «να προσέχεις τι εύχεσαι, γιατί μπορεί να σου συμβεί». Τα μεγάλα γεγονότα ήρθαν, αποκαλύπτοντας όμως ταυτόχρονα τις ανεπάρκειες της αριστεράς στο ερώτημα ενός εναλλακτικού πολιτικού προγράμματος. Η αριστερά του 21ου αιώνα εμφανίζεται σήμερα να περιγράφει την κρίση ως ιστορικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού και την ίδια στιγμή να υπονοεί τη δυνατότητα επιστροφής στην κανονικότητα που διαμόρφωσε το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Η αντίφαση αυτή υποσκάπτει τη δυνατότητα προβληματισμού και διατύπωσης οραματικών στόχων που θα υπερβαίνουν τη στενή διαχείριση, πάνω στις ταυτόχρονες μεταβάσεις και τους μετασχηματισμούς του κυρίαρχου οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα ριζοσπά
στης για να αναρωτηθεί κατά πόσο βρισκόμαστε εντός του τέλους μιας ιστορικής εποχής. Τον Ιούλιο του 2013 το περιοδικό New York παρουσίασε στο ευρύ κοινό τις σκέψεις ενός γηραιού οικονομολόγου, ονόματι Robert Gordon, ο οποίος ισχυρίζεται ότι βιώνουμε το οριστικό τέλος της εποχής της βιομηχανικής επανάστασης, καθώς καμία τεχνολογική ή άλλη μεταβολή εξέλιξη δεν μπόρεσε να ανανεώσει την ασθμαίνουσα δυναμική του δυτικού καπιταλισμού. Με τα λόγια του αρθρογράφου: «Η πρώτη και η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση δεν έχουν προηγούμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ποιος μπορεί λοιπόν να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι θα συμβεί ξανά κάτι ανάλογο; Η ύφεση επομένως της παγκόσμιας οικονομίας την οποία βιώνουμε από το 2008 ίσως να μην είναι απλώς το αποτέλεσμα της φούσκας των ακινήτων ή της ακραίας περιπλοκότητας και της υπερεπέκτασης των χρηματοπιστωτικών αγορών, ή το γενεακό τραύμα που προκαλεί η συνταξιοδότηση των baby boomers, αλλά αντίθετα μια μικρή πρόγευση μιας πολύ ευρύτερης μεταβολής, η αργή εκπνοή ενός γεγονότος μοναδικού στην ιστορία. Ίσως η σπασμωδική ανάκαμψή μας μετά την κρίση να μη συνιστά απόκλιση».[3]

Το ερώτημα κατά συνέπεια της εποχής μας δεν είναι κατά πόσο η αριστερά είναι ικανή να περιγράψει τις συνέπειες της κρίσης –μια τακτική που έχει εξαντλήσει το ενδιαφέρον της, εφόσον άπαντες συμφωνούν– αλλά κατά πόσο θα μπορέσει να συνταιριάξει τη χειραφέτησή της από τις νομοτελειακές αναμονές του μέλλοντος με τη σκιαγράφηση ενός μέλλοντος ριζικά διαφορετικού από τις παρούσες συνθήκες. Πρόκειται για μια σύνθεση εξαιρετικά δύσκολη, η οποία προσκρούει σε υπαρκτές αδυναμίες, παραδόσεις ετών και κυρίως στον δυσεπίλυτο κόμπο από τη σύζευξη του ουτοπικού εγχειρήματος και της δυστοπικής εξέλιξης του 20ού αιώνα. Ταυτόχρονα όμως είναι η αναγκαία συνθήκη για μια αριστερά η οποία θα μπορεί να παράξει εκείνο το κινητοποιητικό όραμα που αναγνωρίζει το βάθος των μετασχηματισμών και αναγνωρίζει σε αυτούς τη δυνατότητα ενατένισης ενός ριζικά διαφορετικού μέλλοντος. Η υπόθεση αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τις ηγεσίες και τους υπάρχοντες σχηματισμούς της αριστεράς. Οι μυλόπετρες της συνείδησης –το παρελθόν και το παρόν– έχουν μέχρι στιγμής γεννήσει έναν κατακερματισμένο γαλαξία κοινωνικής κριτικής αποδεσμευμένο από τις απαιτήσεις των κανονιστικών εγχειριδίων, των στρατεύσεων που δεν φαίνεται να παράγουν νόημα και των μεγαλόστομων διακηρύξεων που συγκινούν μόνο τους αφελείς. Τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της γενιάς της μετάβασης, που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις συνέπειες της κρίσης, έχουν παραμερίσει τη νοσταλγία του παρελθόντος, την προσκόλληση στα τοτέμ του κινήματος και την αφόρητη ρητορική για τα «όνειρα» που χάνονται στους καιρούς της ύφεσης. Με τον τρόπο της και αυτή η στάση είναι παγιδευμένη στην ιστορία, καθώς αντικαθιστά τη νοσταλγία του παρελθόντος με την επίγνωση της ιστορικής ήττας του χειραφετητικού οράματος. Η προκαταβολική απαξίωση του μέλλοντος και η κυνική υποτίμηση των δυνατοτήτων του –η δημοφιλία του νεολογισμού «σταλεγάκιας» στις τάξεις μας είναι ενδεικτική– παράγει μια παραλυτική καθήλωση με σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις.[4] Και όμως. Η ανασύνθεση της ουτοπικής σκέψης του 21ου αιώνα έχει μάλλον περισσότερα να κερδίσει από τον σκεπτικισμό έναντι της ιστορίας, παρά από τη διαρκή αναπόλησή της. Αρκεί οι φιλοδοξίες των σκεπτικιστών να μην περιορίζονται στην επιβεβαίωση των δυσοίωνων προβλέψεών τους.

* * *

Σημειώσεις

1. Alexis Tsipras, «Austerity is wreaking havoc, but the left can unite to build a better Europe», εφ. The Guardian, 27.11.2013.^
2. Για το θέμα: Αντώνης Λιάκος, Αποκάλυψη, Ιστορία και Ουτοπία: οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης, Πόλις, Αθήνα 2011.^
3. Benjamin Wallace-Wells, «The Blip», New York, 21.7.2013.^
4. Βλ. Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας, Ξερόλας vs. Σταλεγάκια, http://aimof.blogspot.com/2008/03/jer.html.^

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΛΕΥΓΑ, 13, Χειμώνας 2014, http://www.levga.gr/2014/02/blog-post_17.html