Wednesday, 25 November 2009

Butte aux Cailles


Το Butte-aux-Cailles (ο Λόφος με τα Ορτύκια), είναι ένα χωριό στην καρδιά του Παρισιού, δυο βήματα από την Place d’Italie, στο 13ο Διάμερισμα. Τόπος διαμονής αγαπημένης στα μεταφοιτητικά μου χρόνια της δεκαετίας του ’80, έχει γίνει αγαπητός τόπος φιλοξενίας μου την τελευταία δεκαετία. Xθες, μέρα μουντή και γκρίζα, βρήκα χρόνο να φωτογραφίσω με την αδέξιά μου κάμερα αυτή τη γειτονιά που κρατάει ακόμα ζωντανή τη μνήμη της Κομμούνας του 1871, όχι σαν βαρύτιμο κειμήλιο, αλλά σαν αεράκι ανάλαφρο που πνέει από το αύριο.






























Wednesday, 4 November 2009

Claude Lévi-Strauss 1908-2009

Οι μύθοι σκέπτονται πως ένας άνθρωπος ονόματι Claude Lévi-Strauss είναι νεκρός. Αλήθεια ή ψέματα; / Les mythes pensent qu'un homme nommé Claude Lévi-Strauss est mort. Vrai ou faux?

Tuesday, 3 November 2009

LARRY FINK

“Βeat, beat, beatitude and love and glory”


Αποκλειστική συνέντευξη του Larry Fink
στον
Δημήτρη Κοσμίδη

Δημοσιεύτηκε σε συνεπτυγμένη μορφή στο Big Fish (Πρώτο Θέμα), Κυριακή 1η Νοεμβρίου 2009
© Larry Fink / Φωτογραφίες Beatniks: Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη
© Larry Fink / Beatniks Photos Courtesy of the Αrtist

Μια «συμμορία» νεοϋορκέζων μπήτνικς στα τέλη της δεκαετίας του ’50 διασταυρώθηκε με τη φωτογραφική ματιά ενός «επαναστάτη της ψυχής». Οι εικόνες ταξίδεψαν στο Παρίσι, για να δημοσιευτούν στο λογοτεχνικό περιοδικό του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Lettres Françaises, που διηύθυνε ο σουρεαλιστής Louis Aragon. Μισό αιώνα αργότερα, οι «μπεάτοι», που ύμνησε ο Ανδρέας Εμπειρίκος στην Οκτάνα, έρχονται στην Αθήνα και δίνουν αφορμή για μια αποκλειστική, όσο και επεισοδιακή, συνέντευξη



«Κάθε στιγμή μετράει» ή «Ο χρόνος είναι χρήμα»

Ο Larry Fink δεν είναι ένας εύκολος άνθρωπος. Η συνέντευξη υποτίθεται ότι είχε κανονιστεί τρεις εβδομάδες πριν, από το Ελληνικό Κέντρο Φωτογραφίας, με αφορμή την έκθεση “Every Moment Counts” που εγκαινιάζεται τη Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, ενταγμένη στο πλαίσιο του Athens Photo Festival 2009. H στεγνή απάντηση στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο δεν άφηνε και πολλά περιθώρια: «Δεν έχω Skype... απλή τηλεφωνική γραμμή… μένω σε μια φάρμα στο Μάρτινς Κρηκ της Πενσυλβάνια, μακριά απ’ τον δρόμο... η συνέντευξη πρέπει να γίνει τηλεφωνικά». Όμως το τηλέφωνο δεν ανταποκρινόταν. Επί μια βδομάδα, από το απόγευμα ώς τα άγρια χαράματα (ώρες Ελλάδας), βομβάρδιζα τον τηλεφωνητή και το e-mail του Fink με απεγνωσμένα μηνύματα. Όταν επιτέλους oρίστηκε μέρα και ώρα (Τρίτη και δεκατρείς) με περίμεναν κι άλλες εκπλήξεις. Η μια αναβολή διαδεχόταν την άλλη. Πρόσχημα για να με ξεφορτωθεί; Ένα μήνυμά του του με τίτλο “Catch me if you can” (πιάσε με αν μπορείς) ….κι άρχισα να μπαίνω στο νόημα: είχα να κάνω με παίκτη, και μάλιστα σκληρό. Απάντησα με τον στίχο “Βeat, beat, beatitude and love and glory” (από την Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου) και υπέγραψα ως «Finkhunter” (φινκοκυνηγός). Ακολούθησαν κι άλλες αναβολές, άλλες δύο μέρες ατέλειωτης αναμονής. Η ξεναγός Ελένη Σκλαβουνάκου, μοναδική στο να αποκρυπτογραφεί και τις πιο απίθανες αμερικάνικες ντοπιολαλιές, ήταν όλο αυτό το διάστημα “stand by” μέσω του Skype. Βράδυ Παρασκευής ο βοηθός του Fink με ενημερώνει ότι το θήραμά μου ετοιμάζει τις βαλίτσες του για δουλειά στη Μασσαχουσέτη. Απαντώ ότι η συνέντευξη πρέπει να γίνει αυθημερόν. Ξημερώματα Σαββάτου το τηλέφωνό μου χτυπάει απρόσμενα … Ο κύριος Larry Fink αυτοπροσώπως μου παραχωρεί δέκα λεπτά από τον πολύτιμο αμερικάνικο χρόνο του. Τελικά η συνομιλία μας διήρκεσε πάνω από μία ώρα...


Γεννήθηκες το 1941 στο Μπρούκλιν και η πρώτη σου φωτογραφική δουλειά ήταν το 1958 για τους μπήτνικς. Γεννήθηκα στον Πειραιά το 1958, τη χρονιά του Σπούτνικ. Είναι αλήθεια ότι η ετυμολογία της λέξης beatnik προέρχεται από τη σύνθεση του beat και του Sputnik;
Απολύτως

Ποιοι είναι οι μπήτνικς του Larry Fink; Στις φωτογραφίες σου δεν υπάρχουν λεζάντες, ούτε πληροφορίες για το ποιος, πού, πότε…
Μην περιμένεις να βρεις κανέναν επώνυμο, σαν τον Κόρσο, τον Κέρουακ ή τον Γκίνσμπεργκ. Είναι ανώνυμοι, δεν θυμάμαι παρά το μικρό όνομα μερικών από αυτούς. Τους φωτογράφισα το 1958-1959, στη Νέα Υόρκη, τις Μεγάλες Λίμνες, το Κλήβελαντ, το Τέξας, το Μεξικό. Ο αρχηγός της νεοϋορκέζικης συμμορίας ήταν βετεράνος του πολέμου της Κορέας. Είχε σκοτώσει πολλούς Βορειοκορεάτες, είχε καταλάβει ένα ύψωμα στην Κορέα. Για το κατόρθωμά του πήρε το παράσημο της Πορφυρής Καρδιά (Purple Heart) και στη συνέχεια... σαλτάρισε. Τελικά κατάφερε, μέσα από την ποίηση, να ’ρθει στα συγκαλά του και να δώσει κοινωνικό περιεχόμενο στην εξέγερσή του.


Ένα αγόρι μεγαλώνει στο Μπρούκλιν τη δεκαετία του ’40. Μίλησέ μου για τα παιδικά σου χρόνια, για την πρώτη σου επαφή με τη φωτογραφία
Είμαι απόγονος εβραίων μεταναστών, τρίτης ή τέταρτης γενιάς... θα σε γελάσω. Ο παπούς μου από τη μεριά της μητέρας μου ήταν γερμανοεβραίος, δεν ξέρω πότε μετανάστευσε στην Αμερική. Το σόι του πατέρα μου ήταν επίσης μετανάστες.. τρεις ή τέσσερις γενιές στις ΗΠΑ. Ξεκίνησα τη φωτογραφία σαν χόμπυ, στη γειτονιά μου, το Λονγκ Άιλαντ, και γρήγορα μού έγινε έμμονη ιδέα. Από παιδί περιστοιχιζόμουν από ζωγραφικούς πίνακες, έργα τέχνης και αριστερή ιδεολογία. Είχα πολύ ενδιαφέροντες γονείς, οι οποίοι ωστόσο με εξόργιζαν πότε πότε. Αντιδρούσα κάνοντας την επανάστασή μου, χτυπούσα στα τυφλά... κι έγινα φωτογράφος για να βρω κάποια ισορροπία. Για να εκπληρώσω το όραμα μιας τεκμηριωτικής φωτογραφίας ως αριστερής μαρτυρίας. Για να δώσω φωνή σε όσα ήταν κρυμένα στον πυρήνα της ψυχής μου.


Έκανες ιδιαίτερα μαθήματα με τη φωτογράφο Lisette Model;
Ναι από τα 18 έως τα 20. Λένε ότι μαθήτευσα στον Alexey Brodovitch, αλλά απλώς πήγα σ’ ένα μάθημά του στο New School for Social Sciences. Μου φάνηκε πανέξυπνος, αν και μεθυσμένος. Η τάξη ήταν γεμάτη με τύπους ανταγωνιστικούς και καριερίστες. Ήταν κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που περίμενα. Γι αυτό και το εγκατέλειψα. Δεν πήρα ποτέ πτυχίο. Παρακολούθησα μερικά μαθήματα, αλλά ουσιαστικά είμαι αυτοδίδακτος.

Καλλιτεχνικές και φωτογραφικές επιρροές;
Γερμανοί εικαστικοί του μεσοπολέμου, το κίνημα της «Νέας Αντικειμενικότητας»: Otto Dix, George Grosz, Max Beckmann –τον φωτογράφο August Sander δεν είμαι βέβαιος ότι τον ήξερα τότε. Από Αμερικανούς, o Simpson Kalisher –δεν θα τον έχεις ακουστά. Ίσως ο Εugene Smith, περισσότερο ο Brassai και ο [Bρετανός] Bill Brandt. Ο André Kertesz λιγότερο, ήταν πολύ εξευγενισμένος για μένα, παρόλο που οι εικόνες του μου φάνταζαν πανέμορφες. Ο Weegee πολύ λιγότερο, αν και φωτογραφικά συγγενεύουμε κάπως, ως προς τη λαγνεία, την αμεσότητα, τις εμμονές. Με σαγήνευε αλλά δεν με επηρέασε. Αυτό που προπάντων με επηρέασε είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή μου όλη αντιπροσωπεύει μια αναζήτηση: να «κοινωνήσω» τη ζωή χρησιμοποιώντας ως μέσο τη φωτογραφία. Δεν κάνω φωτογραφία για τη φωτογραφία. Η τέχνη μου είναι ένας τρόπος να είμαι διαφανής, να τα διαπεράσω όλα αυτά, συναισθηματικά και αντικειμενικά, να δώσω στους ανθρώπους να καταλάβουν τι σημαίνει να είσαι ζωντανός.


Γιατί οι μπήτνικ; Ήσουν κι εσύ ένας από αυτούς;
Να μιλήσω για τους φίλους μου; Μπήτνικ ναι, κατά κάποιο τρόπο, όμως βασικά ήμουν μαρξιστής, παρόλο που κάπνιζα μπόλικο χόρτο. Έκανα περίεργα, άγρια πράγματα. Ωστόσο ήμουν κυρίως αριστερός, γούσταρα την επανάσταση. Αυτό ήταν το όραμα της οικογένειάς μου κι εκεί ήταν η καρδιά μου, ν’ αλλάξω τον κόσμο. Ήμουν βέβαια «οργισμένος νέος»... αν και δεν έβλεπα τον εαυτό μου ξεκομμένο απ’ τον κόσμο. Ήθελα να αναμετρηθώ μαζί του, να τον φέρω τα πάνω κάτω, να τον κάνω ένα σωστό μέρος, βιώσιμο, όπου ν’ αξίζει να ζεί κανείς...



Τι σήμαινε να είσαι μαρξιστής τη δεκαετία του ’50 στις ΗΠΑ;
Ήμουν ιδεαλιστής μαρξιστής, δεν εντάχθηκα σε κάποιον κομματικό θεσμό. Οι γονείς μου ήταν μέλη του Κόμματος τις δεκαετίες του ’30 και του ’40, αλλά το εγκατέλειψαν λόγω της ακαμψίας του. Τα παιδιά τους, εγώ και ιδιαίτερα η αδελφή μου, που παραμένει αριστερή δικηγόρος μέχρι σήμερα, δεν είμαστε μέλη κανενός κόμματος, ανήκουμε απλώς στην ανθρώπινη φυλή και παλεύουμε για ένα δίκαιο κόσμο. Ο Μαρξ ήταν ένας ευφυής αναλυτής της οικονομίας κι ελπίζαμε ότι κάποιες από τις ιδέες του περί κοινοκτημοσύνης θα ρίζωναν. Και πράγματι αυτό συνέβη στην Ευρώπη, αλλά όχι στην Αμερική. Και ιδού το αποτέλεσμα σήμερα: ατομικιστική αναρχία και απληστία.


Πώς συμβιβαζόταν η μποέμικη ηδονοθηρία με την ανάμιξη στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα;
Ήμουν ηδονιστής ως προς το ότι ότι κάπνιζα χόρτο, αλλά δεν δεν ήμουν σεξομανής, δεν πηδούσα δεξιά κι αριστερά. Για να ακριβολογούμε, σε σύγκριση με τ’ άλλα αγόρια και κορίτσια ήμουν μάλλον πουριτανός. Ακόμη και με το κίνημα των χίπις –στο οποίο δεν συμμετείχα, αλλά το φωτογράφιζα–, όταν όλοι έκαναν έρωτα όπου έβρισκαν, εγώ, για να το κάνω, έπρεπε να είμαι ερωτευμένος, προς μεγάλη απογοήτευση των φίλων μου. Ακολούθησα σαν φωτογράφος το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα τη δεκαετία του 60, κι η δουλειά μου αυτή εκτέθηκε πέρισυ στην Ατλάντα. Ανεξαρτήτως του αν φωτογράφιζα μπήτνικς, ακτιβιστές, μποξέρ, μουσικούς, χορούς ντεμπυτάντ ή φιλανθρωπικές δεξιώσεις πλουσίων, ο μαρξισμός κι οι αριστερές ιδέες δεν έπαψαν να με ακολουθούν.


Κι έτσι από τη φωτογραφία δρόμου πέρασες στις glamorous σελίδες του Vanity Fair, στις επιδείξεις μόδας του Versace, του Christian Lacroix, της Donna Karan, κι από εκεί στο Metropolitan Museum of Modern Art, στις ακριβές γκαλερί και στο χρηματιστήριο της τέχνης…
Την πορεία μου τη χάραξα με τρόπο ώστε να μου επιτρέπει να σπουδάζω την κοινωνία. Πράγματι δεν ένιωθα ηθικά νομιμοποιημένος να πάω να φωτογραφίσω ανθρώπους φτωχούς, σε έσχατη ένδεια, δεν ήταν αυτός ο ρόλος μου. Με σαγήνευαν πάντα οι πλούσιοι και τα στολίδια τους, η στόφα και τα βελούδα τους, το σκότος και το μυστήριο, η θεατρικότητα της χλιδής. Επέβαλα στη συνείδησή μου να απαθανατίζω φωτογραφικά αυτούς που –σύμφωνα με τη μειωμένη ευθυκρισία των αριστερών– θεωρούσα ως τα τελευταία δείγματα της μπουρζουαζίας. Κι έτσι καταπιάστηκα μ’ αυτή τη δουλειά και τη συνέχισα. Η μπουρζουαζία βέβαια ζει και βασιλεύει, ωστόσο εγώ δεν τα ’χω τινάξει ακόμα, και συνεπώς όσο ζω ελπίζω. Κι έτσι άρχισα να φωτογραφίζω τους γείτονές μου στην Πενσυλβάνια, τον κόσμο της μόδας και του μποξ. Πήγαινα πίσω μπρος, από τον ένα κόσμο στον άλλο, από τη μια κοινωνική τάξη στην άλλη. Ποτέ δεν φωτογράφισα τη φτώχεια νέτη σκέτη, αποστολή μου δεν ήταν να την αποκαλύψω στους άλλους. Εστιαζόμουν σ’ αυτό που εγώ ένιωθα την ανάγκη να φωτογραφίσω. Για να μιλήσουμε με επαγγελματικούς όρους, σίγουρα είμαι πρακτικός άνθρωπος, ακριβώς επειδή δεν είμαι πλούσιος. Συνεχίζω και παλεύω για τις ιδέες για τις οποίες είμαι γνωστός στον κόσμο, αυτή είναι το εμπορικό μου ιδίωμα. Μολονότι δεν είμαι στ’ αλήθεια εμπορικός φωτογράφος, ξέρω πώς να πουλήσω. Στην Αμερική, αυτός είναι ο τρόπος που μοιραζόμαστε τα πράγματα, να πουλάμε. Δουλεύω για τη διαφήμιση την τελευταία δεκαετία, και το κάνω έξυπνα. Η δουλειά μου δεν μοσχοπουλιέται στο χρηματιστήριο της τέχνης, λόγω του ότι έχει εμμονές και μεγάλη συναισθηματική φόρτιση. Κάνω διαφήμηση, κανένα πρόβλημα, παρόλο που μερικές φορές τα διαφημιστικά με τρελαίνουν, γιατί είναι ηλίθια. Ωστόσο, είναι πρόκληση για μένα να κερδίζω το ψωμί μου με κάποια στοιχειώδη ακεραιότητα και πολύ μαστοριά. Μένω με τη γυναίκα μου σε μια φάρμα, δεν πάω κρουαζιέρες με τα σκάφη αναψυχής των πλουσίων γνωστών μου. Ευχαριστώ δεν θα πάρω: προτιμώ να κόβω ξύλα.









Και οι Απαγορευμένες Eικόνες (The Forbidden Pictures A Political Tableau); Η περιβόητη φωτογραφία σου με τον σωσία του Μπους που χουφτώνει το στήθος μιας γυναίκας; Δήλωσες στο Associated Press ότι ήταν ένα μεταφορικό σχόλιο για την αμερικανική εξωτερική πολιτική... Αν και δεν είναι η καλύτερή μου φωτογραφία, είναι ωστόσο μια καλή απεικόνιση μιας συγκεκριμένης κατάστασης. Η μεταφορά περί αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ήταν δικό μου εφεύρημα: ειπώθηκε εκ των υστέρων σε μια συνέντευξη, όταν οι φωτογραφίες μου ήταν ήδη κρεμασμένες στον τοίχο. Δεν είναι όσο κακές θα έπρεπε, γιατί δεν σχετίζονται με το πραγματικό έγκλημα του καθεστώτος Μπους. Αφορούν ένα άλλο έγκλημα, όπως το συνέλαβε η φαντασία μου, το έγκλημα της αλαζονείας, του προκλητικού πλούτου, της κατάχρησης εξουσίας, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Κι αυτό από μια ομάδα ανθρώπων που στην πραγματικότητα ήταν πουριτανοί. Ήταν για μένα ένας κραυγαλέος τρόπος να προκαλέσω, να βάλω το δάχτυλό μου στην πληγή. Αυτά συνέβησαν πριν την 11η Σεπτεμβρίου, πριν κάνουν αυτά που διέπραξαν αργότερα ως πολεμοκάπηλοι στο Ιράκ. Στην πραγματικότητα ήταν μια σάτιρα, ένα καλαμπούρι, μια απόπειρα να βγάλω τη γλώσσα μου στην εξουσία. Οι φωτογραφίες μου κόπηκαν από το New York Times Magazine, παρόλο που είχαν προγραμματιστεί για δημοσίευση το φθινόπωρο του 2001, γιατί μετά την τραγωδία της 11ης Σεπτεμβρίου κανείς δεν θα τολμούσε να κάνει κριτική στον Μπους. Όταν δημοσιεύτηκαν αργότερα έγιναν διαβόητες.
Πρόκληση;
Βέβαια. Ηθελημένη; Απολύτως.



Υπάρχει ελπίδα με τον Ομπάμα;

Το πρόβλημα είναι ότι ηγείται μιας πολύ διεφθαρμένης χώρας. Πρέπει να επιστρατεύει όλο το ταλέντο του, την ευφυία και τις ιδέες του για να πείσει έναν πολύ άπληστο κόσμο να κάνει ένα βηματάκι μπροστά. Αντιμετωπίζει αντιδράσεις αποκαρδιωτικές, με μοναδικό ταμπεραμέντο και ευρύτητα ματιάς, με προσοχή και κάποια δόση αισιοδοξίας. Μου αρέσει ο Ομπάμα, μολονότι κάποιες πολιτικές του επιλογές μου φαίνεται ότι πάσχουν. Ίσως αν ήταν σε άλλη χώρα να τα πήγαινε καλύτερα. Παραμένω αισιόδοξος, χωρίς να τρέφω ψευδαισθήσεις. Οταν ο Ομπάμα βγήκε στο προσκήνιο, με την εξυπνάδα του και το θαυμάσιο χρώμα του δέρματός του, δεν μπορούσα παρά να τον αγκαλιάσω με μια ζέση ιδεολογική που είχα να τη νιώσω χρόνια. Κι όταν κολλάει στη λάσπη –γιατί στη λάσπη ζούμε– δεν απογοητεύομαι. Όμως, όταν η πραγματικότητα δείχνει το πρόσωπό της, η αισιοδοξία μπαίνει σε δοκιμασία.


http://www.youtube.com/watch?v=4izJ0_yTFBo


Φωτογραφία-ντοκουμέντο ή «καλιτεχνική» φωτογραφία;
Τεράστιο θέμα. Η αγορά της τέχνης, στο μεγαλύτερό της μέρος, τείνει προς την εμπορευματοποίηση, τα πάντα έχουν γίνει εμπόρευμα. Η ίδια η τέχνη και η καριέρα ενός καλλιτέχνη έχουν εμπορευματοποιηθεί. Στο μέτρο που φιλοδοξίες και προσωπικές εμμονές γίνονται αντικείμενο εμπορευματοποίησης, εμφανίζεται μια τάση αποδυνάμωσης στην ίδια τη ρίζα, τον πυρήνα, την ψυχή του έργου τέχνης. Όσοι συνεχίζουν την παράδοση της φωτογραφίας - ντοκουμέντο θεωρούνται παλιομοδίτες, ξεπερασμένοι, είδος υπό εξαφάνιση. Ωστόσο πολλοί καταφέρνουν να διασώσουν την καθαρότητά τους, παραμένοντας ταυτόχρονα εξίσου επίμονοι, φιλόδοξοι και βεβαίως επιθετικοί, γιατι δίχως αυτό δεν μπορεί να γίνεις φωτογράφος του ντοκουμέντου. Ανήκω στον κόσμο εκείνων που προσπαθούν να αφηγηθούν μια ιστορία, αντί να εφευρίσκουν μια μυθοπλασία για την προσωπική τους ιστορία.

Διδάσκεις φωτογραφία στο Bard College, κι έχεις διδάξει παλιότερα στο Yale, στο Parsons School of Design, στο New York University. Τελικά, ποιο μάθημα έχει να μας δώσει ο Larry Fink;
Επί 45 χρόνια είμαι δάσκαλος φωτογραφίας. Το αγαπάω και με τα χρόνια το αγαπάω όλο και πιο πολύ. Τα πάντα στη ζωή μου σχετίζονται με τη διδασκαλία, οι φωτογραφίες μου είναι διδασκαλία. Στους μαθητές μου μαθαίνω να σπουδάζουν την κοινωνία γυμνάζοντας τη φαντασία τους και κρατώντας τις αισθήσεις τους σε διαρκή εγρήγορση. Αυτό είναι το πνεύμα του μαθήματός μου, να δίνω τροφή στην φαντασία ώστε να προχωρήσει η επανάσταση της ψυχής.


Info
H έκθεση Every Moment Counts του Larry Fink παρουσιάζεται στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (Μασσαλίας 22, Κολωνάκι) στο πλαίσιο του Athens Photo Festival 2009. Περιλαμβάνει τις φωτογραφικές του σειρές Beatniks, Moses Soyer’s Studio καθώς και προβολές από τις σειρές Boxing, Somewhere there’s music και The Democrats (από την προεκλογική εκστρατεία του Μπάρακ Ομπάμα και της Χίλαρυ Κλίντον). Εγκαίνια: Δευτέρα 2 Νοεμβρίου, 20:30. Διάρκεια: 2-24 Νοεμβρίου. Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή, 12:00 – 21:00. Σάββατο, 10:30 – 14:30. Κυριακή κλειστά. Είσοδος ελεύθερη. Πληροφορίες: τηλ. 210 36 80 900 (εσωτ. 171) και στην ιστοσελίδα www.hau.gr/culture.


Wednesday, 28 October 2009

Ιδέα της ύλης

ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΥΛΗΣ

(απόσπασμα)

Εκεί που τελειώνει η γλώσσα αυτό που αρχίζει δεν είναι το άφατο, αλλά η ίδια η ύλη της γλώσσας. Όποιος δεν άγγιξε ποτέ, όπως συμβαίνει στο όνειρo, αυτή τη ξυλώδη ουσία της γλώσσας που οι αρχαίοι αποκαλούσαν silva (δάσος), παραμένει δέσμιος των δικών του αναπαραστάσεων ακόμα κι όταν σιωπά.

Το ίδιο συμβαίνει και μ’ αυτούς που επανέρχονται στη ζωή αφού έχουν πέσει σε νεκροφάνεια: στην πραγματικότητα δεν πέθαναν (διότι αν πέθαιναν δεν θα ξαναζωντάνευαν) ούτε βεβαίως απελευθερώθηκαν από την αδήριτη ανάγκη να πεθάνουν κάποτε, αλλά, τελικά, απελευθερώθηκαν από την αναπαράσταση του θανάτου. Να γιατί, αν τους ρωτήσουμε τι τους συνέβη, δεν θα έχουν τίποτα να πουν σχετικά με τον θάνατο, αλλά θα βρουν υλικό για παραμύθια με νεράιδες και για ατέλειωτες αφηγήσεις, -δηλαδή για την ίδια τους τη ζωή.

IDÉE DE LA MATIÈRE

[extrait]

[…] Là où finit le langage, ce n’est pas l’indicible qui commence, mais la matière de la langue. Qui n’a jamais atteint, come en rêve, cette substance ligneuse de la langue que les anciens appelaient silva (forêt), demeure prisonnier de ses représentations quand bien même il se tait.

Il en est de même pour ceux qui reviennent à la vie après une mort apparente : en réalité, ils ne sont pas morts (sans quoi ils ne seraient pas revenus) et encore moins se sont-ils libérés de la nécessité d’avoir un jour à mourir ; mais ils se sont enfin de la representation de la mort. Voilà pourquoi, interrogés sur ce qui leur est arrivé, ils n’ont rien à dire sur la mort, mais ils trouvent matière à des fables merveilleuses et des récits sans fin, – sur leur vie.

Giorgio Agamben

Idée de la prose

ιδέα της αγάπης

ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Να ζεις στα ενδόμυχα ενός όντος ξένου, όχι για να το καταστήσεις πλησιέστερο ή να το γνωρίσεις, αλλά για να παραμείνει ξένο, αλαργινό, ακόμα κι αφανέρωτο, σε σημείο που το όνομά του να το εμπεριέχει ολάκαιρο. Κι έπειτα, μέρα με τη μέρα, ακόμα και στα δύσκολα, να μην είσαι τίποτα άλλο παρά ο παντοτινά ανοιχτός τόπος, το άφθαρτο φως στους κόλπους του οποίου αυτό το μοναδικό ον, αυτό το πράγμα, να παραμένει εκτεθειμένο εσαεί, εντοιχισμένο.

IDÉE DE L’AMOUR

Vivre dans l’intimité d’un être étranger, non pour le rendre plus proche ou le connaître, mais pour qu’il demeure étranger, lointain et même inapparent, au point que son nom le contient tout entier. Puis jour après jour, jusque dans la malaise, n’être rien d’autre que le lieu toujours ouvert, la lumière impérissable au sein de laquelle cet être unique, cette chose demeure à jamais exposée, emmurée.

Giorgio Agamben
Idée de la prose

Monday, 12 October 2009

Φθινόπωρο και άνοιξη για την ελληνική φωτογραφία


Θεσμοί, πρόσωπα και... κάμερες

Γιώργος Μουτάφης, από τη σειρά Ασυνόδευτα ανήλικα, 2009
Βραβείο Φωτογραφικών Συναντήσεων Κυθήρων στην κατηγορία
«Nέoι Φωτογράφοι»


Επιστροφή από τα Κύθηρα, με το πλοίο της γραμμής. Ένα δωδεκάωρο απαγορευτικό παρέτεινε ανέλπιστα τη διαμονή. Νωπή ακόμα η γεύση από εικόνες, λέξεις και παρουσίες στις «Φωτογραφικές Συναντήσεις Κυθήρων». Εργόχειρο ενός ανδρός, του Γιάννη Σταθάτου, που με νηφάλιο πάθος οραματίστηκε μια μικρή Αρλ στα νερά του Αγαίου. Τη φθινοπωρινή ρέμβη του ταξιδιού διακόπτει ο αχός της προεκλογικής Καπερναούμ.


Ολική επαναφορά στην πρωτεύουσα και αναμονή του Athens Photo Festival, του «Διεθνούς Μήνα Φωτογραφίας» που τα τελευταία χρόνια έχει γνωρίσει θεαματική ανάπτυξη, οι κεντρικές εκδηλώσεις του οποίου μετατέθηκαν, λόγω εκλογών, για τον Νοέμβρη. Έργο κι αυτό ενός ανεξάρτητου θεσμού, του «Ελληνικού Κέντρου Φωτογραφίας» που διευθύνει ο Σταύρος Μωρεσόπουλος. Κι εδώ, όπως και στα Κύθηρα, ηχηρή η απουσία οποιασδήποτε κρατικής αρωγής.

Ο Γιάννης Σταθάτος στην έκθεση της Νατάσσας Μαρκίδου Still Lifes 2007-2009,
Μερκάτο, Χώρα Κυθήρων


Μη κρατικοί θεσμοί, με πρώτο το Μουσείο Μπενάκη, παράγουν έργο με συνέχεια και συνέπεια στον χώρο της φωτογραφίας. Και οι κρατικοί θεσμοί; Την άνοιξη έχουμε την 21η Διεθνή Φωτογραφική Συνάντηση της Θεσσαλονίκης, μετεξέλιξη της ιστορικής «Φωτοσυγκυρίας», νυν PhotoΒiennale. Με την ευθύνη του κρατικού Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, υπό τη διεύθυνση του Βαγγέλη Ιωακειμίδη. Ο τελευταίος τυγχάνει ταυτόχρονα καλλιτεχνικός διευθυντής, επί τρία συναπτά έτη, του φεστιβάλ της συμπρωτεύουσας και διευθυντής του Φωτογραφικού Κέντρου Σκοπέλου, ενός θεσμού-σφραγίδα. Την ίδια στιγμή, ο μοναδικός μόνιμος επιμελητής, με επιστημονική κατάρτιση και ακαδημαϊκούς τίτλους, του Μουσείου Φωτογραφίας, ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, τελεί σε αναγκαστική αγρανάπαυση. Το σύνολο των στελεχών και συνεργατών του Μουσείου οδηγήθηκαν προοδευτικά σε μετάταξη, αποχώρηση ή παραίτηση, για να αντικατασταθούν από νέους εργαζόμενους, με τα γνωστά προγράμματα Stage ή ενοικιαζόμενους από εταιρείες, οι οποίοι επιπλέον παρακολουθούνται από τη διεύθυνση με κάμερες.

Καψάλι Κυθήρων

Και η περίφημη «Εθνική Πολιτική για τη Φωτογραφία»; Το προ πολλού εξαγγελθέν και μηδέποτε θεσπισθέν «Εθνικό Κέντρο Φωτογραφίας» που θα προέβαλλε την ελληνική φωτογραφία και θα μεριμνούσε για «συνέργειες» με εγχώριους και διεθνείς θεσμούς; Από την εποχή της θητείας του Θάνου Μικρούτσικου, το σχέδιο μπαινοβγαίνει απ’ τον φούρνο στην κατάψυξη. H τρίτη και τελευταία επιτροπή συγκλήθηκε επι υπουργείας Μιχάλη Λιάπη. Εκπονήθηκε πόρισμα που κι αυτό έμεινε στα χαρτιά. Συντονίστρια η Βένια Μπεχράκη, σύμβουλος του ΥΠΠΟ επί θεμάτων φωτογραφίας. Λεπτομέρεια: επί της θητείας της ως συμβούλου δύο διαδοχικών Υπουργών Πολιτισμού (Βουλγαράκη και Λιάπη), φωτογραφικά έργα της φιλοξενήθηκαν σε διεθνείς διοργανώσεις εποπτευόμενες και χρηματοδοτούμενες από το ΥΠΠΟ.

Θα τολμήσει άραγε η νέα πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ να αναμετρηθεί ουσιαστικά με την ελληνική φωτογραφία, ή μήπως να περιμένουμε μια ακόμα «χαμένη άνοιξη»;

Άννα Τατιάνα Κομνηνού, 2009
Κύθηρα-Πειραιάς με το Βιτσέντζος Κορνάρος



Sunday, 20 September 2009

Ένας Σουλιώτης στο Μόναχο


Οδοιπορικό της ξενιτιάς, της περιπλάνησης και του πικρού νόστου, τα φωτογραφικά «Στιγμιότυπα» του Δημήτρη Σούλα «μεταναστεύουν» στο Μουσείο Μπενάκη


Sonnestraße, 1967

Το έργο του έλληνα φωτογράφου της διασποράς Δημήτρη Σούλα, άγνωστου έως πρόσφατα στο ευρύτερο κοινό, αποκτά, δικαιωματικά πλέον, μια θέση στο στερέωμα της ευρωπαϊκής (και εγχώριας) μεταπολεμικής φωτογραφίας. Για να γίνει αυτό εφικτό χρειάστηκε η σύμπραξη δύο φωτογραφικών μουσείων και ο μόχθος δύο επιμελητών, του Ulrich Pohlmann και του Ηρακλή Παπαϊωάννου. «Στιγμιότυπα, Φωτογραφίες 1967-1974», είναι ο τίτλος της αναδρομικής του έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη (κτίριο οδού Πειραιώς) που θα διαρκέσει έως τις 18 Οκτωβρίου. Η έκθεση, με την υποστήριξη του Ινστιτούτο Goethe της Ελλάδας, πρωτοπαρουσιάστηκε πέρυσι τον χειμώνα στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης και μεταφέρθηκε την άνοιξη του 2008 στο Μουσείο Φωτογραφίας της πόλης του Μονάχου, στις συλλογές του οποίου ανήκει, από το 2004, το τεράστιο φωτογραφικό αρχείο του Σούλα. Διαρθρωμένη σε πέντε θεματικές ενότητες (Στο δρόμο, Gastarbeiter, Φοιτητική ζωή, Πολιτικοί και καλλιτέχνες, Θεσσαλονίκη Νοέμβριος 1974), η έκθεση ξετυλίγει το νήμα μιας προσωπικής περιπλάνησης που, βήμα-βήμα, λαχταρά να μετουσιωθεί σε ποιητική αφήγηση. Πρώτη ύλη είναι μικρές ψηφίδες από την καθημερινότητα της αστικής μητρόπολης και του “μοναχικού” πλήθους: στιγμές ευτράπελες ή καταθλιπτικές, σώματα ομιλούντα και χειρονομίες εύγλωττες, ο δισταγμός της προσμονής και η βία της απόρριψης, τα φετίχ της μαζικής κουλτούρας, η αποξένωση του μετανάστη, η ανοικονόμητη παρουσία του λούμπεν, το καμάκι του σεξουαλικά στερημένου, ή βία του επιδειξιομανή στον σταθμό του μετρό, οι εξάρσεις του φοιτηταριού…


Μετά από ένα ποπ κοντσέρτο στην Königsplatz, 1971


Γεννημένος το 1938 στη Θεσσαλονίκη, απόγονος ιστορικής σουλιώτικης οικογένειας και γιος εύπορου καπνέμπορου, ο Δημήτρης Σούλας, δείχνει πρώιμο ενδιαφέρον για τις τέχνες και τα γράμματα. Στα 17 του έχει την πρώτη του, έμμεση, επαφή με τη φωτογραφία, όταν κερδίζει βραβείο σεναρίου σε διαγωνισμό για την παραγωγή του πρώτου στα ελληνικά χρονικά φωτορομάντζου, το οποίο, σε «σκηνοθεσία» του Άλκη Στέα, δημοσιεύεται σε συνέχειες σε τοπική εφημερίδα. Το 1958 ανακαλύπτει στα υπόγεια του σπιτιού του χειρόγραφα του 16ου αώνα που αφορούν τη γενεαλογία του σογιού του –γεγονός που υπήρξε το έναυσμα για την ενασχόλησή του με την ιστορία του Σουλίου. Σαράντα χρόνια αργότερα, το 1998, θα πρωτοστατήσει στην ίδρυση του Συλλόγου Απανταχού Σουλιωτών, του οποίου σήμερα είναι επίτιμος πρόεδρος. Στη Γερμανία εγκαθίσταται στα τέλη της δεκαετίας του ’50, για να σπουδάσει οικονομικά, σύμφωνα με επιθυμία του πατέρα του. Η επίσκεψή του, το 1959, σε μια έκθεση φωτογραφίας στο Αμβούργο υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξή του: με τίτλο «The Family of Man», σε επιμέλεια Edward Steichen, αυτή η περιοδεύουσα ανά τον κόσμο έκθεση υπήρξε ορόσημο στη διαμόρφωση του ρεύματος της ανθρωπιστικής φωτογραφίας. Ευαισθητοποιημένος πολιτικά, με ιδιαίτερη κλίση προς τη φωτογραφία, αλλά και το σινεμά της Nouvelle Vague, ο νεαρός Σούλας συχνάζει στο Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας της Φρανκφούρτης, έδρα της ομώνυμης Σχολής της «Κριτικής Θεωρίας» (Χορκχάιμερ, Αντόρνο, Μαρκούζε) και φυτώριο της φοιτητικής αμφισβήτησης. Το 1965 προσλαμβάνεται από μια αμερικανική πολυεθνική εταιρία εισαγωγής οπωροκηπευτικών. Την ίδια χρονιά παντρεύεται, κόβει το τσιγάρο κι αρχίζει να κάνει οικονομίες. Δύο χρόνια αργότερα αγοράζει την πρώτη του Spiegelreflex μηχανή: μιαν Exacta.


Leopoldstraße, 1967


Ο Καγκελάριος Willy Brandt, 1971

Με το πραξικόπημα της χούντας, ο Σούλας μαζί με άλλους Έλληνες του Μονάχου δραστηριοποιείται στη Πανελλήνια Αντιδικτατορική Ένωση. Τον Μάιο του 1967 ο έλληνας Πρόξενος τού ακυρώνει το διαβατήριο. Πέντε μήνες αργότερα απολύεται από την εταιρεία του, μετά από έντονες πιέσεις του εμπορικού ακόλουθου της ελληνικής Πρεσβείας, ο οποίος την απειλεί με αποκλεισμό από την εισαγωγή ελληνικών φρούτων. Με τα χρήματα της αποζημίωσης αγοράζει επαγγελματικό φωτογραφικό εξοπλισμό και βγαίνει στον δρόμο σαν ελεύθερος φωτορεπόρτερ. Είναι ήδη έτοιμος, η εξοικείωση με τα μυστικά του επαγγέλματος είναι θέμα χρόνου. Σύντομα αρχίζει να συνεργάζεται με το Associated Press καθώς και με μεγάλα εικονογραφημένα περιοδικά (Stern, Quick, Neue Revue κ.ά.) Σε ένα φωτογραφικό συνέδριο στην Κολωνία, το 1970, συναντά τον Henri Cartier-Bresson που τον καλεί να δουλέψει για το Magnum. Με τον επαγγελματισμό του, τη δεινότητά του να ψαρεύει “λαυράκια” χωρίς να θολώνει τα νερά, ο Σούλας εδραιώνεται στο σινάφι. «Δεν έχω ζήσει άλλον φωτογράφο, ο οποίος να μπορεί να γίνεται τόσο αόρατος και συγχρόνως να βλέπει, να εντοπίζει και να συλλαμβάνει καταστάσεις στο εκατοστό του δευτερολέπτου, που εμένα μου διέφευγαν”, θυμάται ο συνάδελφός του, Rupp Doinet.

Η παλινόστησή του στην Ελλάδα, μετά την πτώση της χούντας, του αφήνει μια πικρή γεύση ματαίωσης: οι φωτορεπόρτερ στην Ελλάδα βιοπορίζονται κυρίως από την κάλυψη παρελάσεων, γάμων και βαφτίσεων. Τον Νοέμβρη του 1974 ο Σούλας φωτογραφίζει την αγορά Μοδιάνο στη Θεσσαλονίκη: είναι το κύκνειο άσμα της φωτογραφικής του καριέρας.

Στην εκκλησία του Forstenried, 1967



Gilles Deleuze, Οι ενοχλητικοί Παλαιστίνιοι

Γιατί οι Παλαιστίνιοι θα πρέπει να θεωρούνται «αξιόπιστοι συνομιλητές» όταν δεν έχουν χώρα; Γιατί να έχουν μια χώρα, αφού τους την πήραν; Δε...